Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. Ειδική παρουσίαση Ευρυτανίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. Ειδική παρουσίαση Ευρυτανίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ. ΕΙΔΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ.

Η Ευρυτανική γη, μορφολογικά φαίνεται να χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές, τις οποίες διαρρέουν μεγάλα ποτάμια και τις οριοθετούν ψηλά βουνά. Πρόκειται δηλαδή για τέσσερις κοιλάδες ή καλύτερα για τέσσερις λεκάνες απορροής των νερών της. Αυτές με τη σειρά είναι: Η κοιλάδα των ποταμών Καρπενησιώτη, Κρικελλοπόταμου και Τρικεριώτη, η κοιλάδα του Μέγδοβα, η κοιλάδα του Αγραφιώτη και τέλος, η κοιλάδα του Αχελώου.
Όλες αυτές οι βαθιές πτυχώσεις του εδάφους έχουν αναρίθμητες άλλες διακλαδώσεις, χαραγμένες από μικρά ποταμάκια και χειμάρρους που, ξεκινώντας από τα ψηλά βουνά, συναντούν στην πορεία τους τα μεγαλύτερα ποτάμια κι όλα μαζί εκβάλλουν στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ .

Βλέπουμε, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, πως όλη η Ευρυτανία τέμνεται από μεγάλες και μικρές χαράδρες, οι οποίες δημιουργούν αξεπέραστα εμπόδια στις μετακινήσεις και ουσιαστικά απομακρύνουν ακόμα περισσότερο τη μία περιοχή από την άλλη. Αν προσθέσουμε σ’ αυτό το πρόβλημα , τα απόκρημνα και δύσβατα βουνά της και τις σκληρές καιρικές συνθήκες που επικρατούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αντιλαμβανόμαστε τις δυσκολίες της μετακίνησης που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι, τότε που η έλλειψη άλλων μέσων επικοινωνίας τους καταδίκαζε στην απομόνωση και κατά συνέπεια στον οικονομικό μαρασμό.
«Το Καρπενήσι είναι στενό
έχει στενά σοκάκια
έχει ποτάμια απέραγα ...»,
λέει το δημοτικό τραγούδι γλαφυρά για τον τόπο μας. Απέναντι στα προβλήματα αυτά, η ανθρώπινη εφευρετικότητα δε στάθηκε απαθής αλλά έδωσε λύσεις, και μαζί με την επιτακτική ανάγκη για ζωή, οδήγησε στην κατασκευή μόνιμων περασμάτων που ένωναν τις απόκρημνες όχθες των ποταμών και απάλλασσαν τους κατοίκους από τον καθημερινό κίνδυνο να διέρχονται, αυτοί και τα ζώα τους, μέσα από τα ορμητικά νερά..
Στην περιοχή μας, εξάλλου, η οικονομία των κοινοτήτων ήταν γεωργική κυρίως και βασιζόταν στα χωράφια και τα βοσκοτόπια, που πολλές φορές ήταν μακριά από τα χωριά ή απέναντι από ποτάμια και χείμαρρους. Η πρόσβαση λοιπόν το χειμώνα, που τα νερά ήταν πολλά και ορμητικά, γινόταν αν όχι αδύνατη, σίγουρα εξαιρετικά επικίνδυνη. Σε τοπική κλίμακα, αναφέρονται πολλά ατυχήματα ανθρώπων που παρασύρθηκαν από τα αφρισμένα νερά κάποιου χείμαρρου ή ιστορίες για κοπάδια ολόκληρα που χαθήκανε σε μία μοιραία κατεβασιά 3 .
Εκτός όμως από την πρόσβαση στα χωράφια, επικίνδυνη γινόταν και η επικοινωνία με τα κοντινά χωριά και έτσι η απομόνωση ήταν δεδομένη. Τα χιόνια και οι παγωνιές από τη μια, οι κατεβασιές των ποταμών κι ο κίνδυνος πνιγμού από την άλλη. Πώς να μην είναι μοναχικοί οι Ευρυτάνες;

--

3. Κατεβασιά: Η ορμητική ροή νερών. Μετά από έντονες βροχοπτώσεις, οι χείμαρροι κατακλύζονται απότομα από μεγάλες ποσότητες νερών. Το αποτέλεσμα του φαινομένου αυτού είναι συνήθως η καταστροφή κάθε κτίσματος ή αντικειμένου που στέκεται εμπόδιο στη ροή του νερού.

ΤΑ ΞΥΛΟΓΕΦΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΡΕΛΙΑ.

Για τους ντόπιους, η επιβίωση είχε αναχθεί σε καθημερινή περιπέτεια με αβέβαιη έκβαση. Επιβαλλόταν συνεπώς, η εξεύρεση μιας πρακτικής λύσης που θα τερμάτιζε την αγωνία και τον κάματο. Η εύκολη και πιο οικονομική λύση ήταν η κατασκευή μιας πρόχειρης γέφυρας με τον κορμό από κάποιο μεγάλο έλατο. Βρίσκανε λοιπόν, ένα στενό μέρος στο ποτάμι, που να έχει στις όχθες του δύο μεγάλους βράχους αντικριστά, και στεριώνανε τον κορμό από τον ένα βράχο στον άλλο. Επάνω του καρφώνανε κλαδιά σαν κάγκελα, έτσι ώστε να γίνεται ασφαλέστερη η διέλευση.
Αυτό ήταν το ξυλογέφυρο. Τέτοια υποτυπώδη γεφύρια υπήρχαν πολλά και αρκετά κατασκευάζονται και σήμερα ακόμα, σα λύσεις ανάγκης. Το πιο γνωστό ξυλογέφυρο βρισκόταν στον Αχελώο, στο σημείο που σήμερα είναι το πέτρινο γεφύρι της Τέμπλας. «Τέμπλα», εξάλλου, σημαίνει μεγάλος κορμός έλατου, από όπου και το τοπωνύμιο.
Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν βραχώδεις όχθες, για την υποστύλωση των ξύλινων γεφυριών, οι κάτοικοι εκμεταλλεύονταν τις μεγάλες πέτρες που βρίσκονταν μέσα κι έξω από το ποτάμι. Έτσι, εκεί υπήρχαν ένα και πολλές φορές δύο ενδιάμεσα σημεία στερέωσης των κορμών.
Όμως οι λύσεις αυτές αποδεικνύονταν προσωρινές καθώς τα γεφύρια αυτά είτε σαπίζανε είτε τα παρέσερνε η ορμή των νερών και το πρόβλημα επανερχόταν από καιρό εις καιρό. Εκτός αυτού, οι κατασκευές αυτές ήταν πρόχειρες και γι’ αυτό επικίνδυνες, έκαναν την ψυχή του κάθε δυστυχή διαβάτη να τρέμει από το φόβο, μέχρι εκείνος να καταφέρει να βγει σώος απέναντι. Στο συνοικισμό Λιναράκι της Καστανιάς υπήρχε ένα τέτοιο πρόχειρο ξυλογέφυρο, στο οποίο είχανε δώσει, πολύ εύστοχα, το όνομα «Παλιοσκιάχτης» 4.
Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη αφήγηση που περιγράφει τις προσπάθειες των κατοίκων του χωριού Δολιανά, της σημερινής Στουρνάρας, να στήσουν ένα τέτοιο πρόχειρο γεφύρι, την πάλη τους με το ποτάμι, την αγωνία τους να αποκτήσουν ένα ασφαλές πέρασμα:
«Εδώ που χτίστηκαν τα χωριά μας για να ζήσουμε δεν πολεμάμε με τη φτώχεια, την κακοτοπιά, την έλλειψη συγκοινωνίας και τις τόσες άλλες δυσκολίες είμαστε υποχρεωμένοι να πολεμάμε και με τα στοιχεία της φύσης. Σκληρός και επικίνδυνος ο αγώνας. Δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας το ποτάμι, ο Κρικελλοπόταμος. Ένας πόλεμος που άρχισε μ’ αυτόν τον ανυπότακτο εχθρό από τότε που στέριωσαν τα χωριά μας βαστάει ως τα σήμερα. Το καλοκαίρι είναι ήμερος σαν αρνί. Μα σαν πιάσουν τα πρωτοβρόχια αφρίζει και φουσκώνει. Βουνά ολόκληρα κατεβάζει δέντρα ξεριζώνει, ζώα πνίγει, χωράφια καταστρέφει . Ταράζεται ο τόπος απ' τη βουή του. Σε πιάνει φόβος κι από μακριά να τον αντικρίσεις. Μ’ αυτό το ποτάμι που μας κόβει τη συγκοινωνία πολεμάμε. Απερίγραφτες οι δυσκολίες να μεταφερθούν ξύλα, ολόκληρα έλατα να στεριωθεί γεφύρι. Κι όταν αυτό το γεφύρι γινόταν η ζωή του ήταν ως τότε που θα ξαναπλημμύριζε το ποτάμι. Η πρώτη κατεβασιά έπαιρνε το γεφύρι και τα ξύλα οδηγούνταν στον Αχελώο. Αυτό γινόταν με τα γεφύρια που φκιάναμε στα περάσματα Δολιανών - Ρωσκάς και στης Κοντίβας - Κόπραινας. Τα γεφύρια που δεν διέτρεχαν φόβο από το ποτάμι ήταν το Κακογόφυρο στα Δολιανά κι ο Παλιοσκιάρτης πιό κάτω από την Κοντίβα . Ελάχιστοι, μετρημένοι , μπορούσαν να περάσουν απάνω σ' αυτά . Αυτά τα γεφύρια βρίσκονταν σε ύψος 100 μέτρων και παραπάνω από την κοίτη του ποταμού. Κι αν ήταν ανάγκη να περάσεις έπρεπε να πάς να ξομολογηθείς να μεταλάβεις και να είσαι έτοιμος για τον άλλο κόσμο. Ένα παραμικρό λάθος αν έκανες στο πέρασμά σου θα βρισκόσουν αυτοστιγμεί στα νερά στο ποτάμι. Αυτά τα γεφύρια ήταν απρόσιτα σχεδόν για το σύνολο. Από εκείνα που μπορούσαν κάπως ακίνδυνα να περάσουν οι πολλοί ήταν τα πρόχειρα που δεν είχαν ύψος να ζαλιστείς. Μα αυτά πάντα είχαν λίγη ζωή και πάντα όλοι ταλαιπωρούνταν. Το έτος 1920 ένας εμπειροτέχνης ψευτομηχανικός ο Κων. Γιαννακόπουλος από τα Ψιανά πήγε και μελέτησε το μέρος μαζί με τον μακαρίτη Γιάννη Ντουφεκιά ειδικόν σε τέτοια ζητήματα και οι δυο αυτοί έβγαλαν απόφαση πώς σε στενό μέρος, 21 μέτρα, περίπου και σε ύψος 24 μ. από την κοίτη του ποταμού θα μπορούσαν να φκιάσουν καλό γεφύρι, τέτοιο που να περνάν και ζώα.. Για το γεφύρι αυτό στα απομνημομεύματά του ο μακαρίτης Αθ. Βράχας γράφει: «Είχε κατασκευασθεί ξύλινη γέφυρα μεταξύ Στουρνάρας - Ρωσκάς υπό του Κων. Γιαννακόπουλου τη συνδρομή των κατοίκων Στουρνάρας υπό του προεδρεύοντος Νικ. Παπαστάθη και εν μέρει εκ των κατοίκων Ρωσκάς κατά το έτος 1920. Κατόπιν εσάπισαν τα ξύλα και έγινεν ετοιμόρροπος. Τότε επλήρωσεν ο Αθ. Βράχας τον Ιω. Γ. Ντουφεκιά 1.500 δραχ. και εβοήθησε και το χωριό δια την ξυλείαν και εγένετο η γέφυρα διατηρηθείσα με μικράς επισκευάς μέχρι του 1956 οπότε εις καταλληλοτέραν θέσιν διά την διάβασιν των κατοίκων έγινε υπό του εργολάβου Βήχα άλλη γέφυρα εκ τσιμέντου».
Η γέφυρα αυτή του 1956 παρασύρθηκε από το ποτάμι το 1978. Από τότε φωνάζουμε και παρακαλούμε να γίνει πάλι το γεφύρι. Οι απαντήσεις είναι αόριστες. Και πάντα για μας δεν υπάρχουν πιστώσεις. Έτσι απελπισμένοι οι κάτοικοι κατέφυγαν πάλι στους πρακτικούς μηχανικούς. Το χωριό τα Δολιανά, ευτυχώς, διαθέτει έναν τέτοιο μηχανικό τον Ανδρέα Χάσκο, απόφοιτο της 4ης Δημοτικού του Πολυτεχνείου Δολιανών. Αυτός έκαμε το σχέδιο τη μελέτη, διάλεξε την τοποθεσία και έγραψε τα υλικά που χρειάζονται . Κι αφού όλα ετοιμάστηκαν και μεταφέρθηκαν τα υλικά άρχισε η εργασία .
Η υπόσχεση ήταν πως το γεφύρι σε 15 μέρες θα τελειώσει. Θα περνάν άφοβα άνθρωποι και ζώα και θα είναι αιώνιο. Για τις υποσχέσεις καμία αμφιβολία. Ποιος όμως θα πληρώσει τα έξοδα; Αλλά και εδώ βρέθηκε λύση. Ο Σύλλογος «Καλλιακούδα» πλήρωσε 25.000 δραχ. για την αγορά και τη μεταφορά των υλικών. Άλλα τόσα χρήματα διέθεσε η Νομαρχία Ευρυτανίας. Μηχανικός και χωριανοί εργάστηκαν σκληρά και με κίνδυνο.Το γεφύρι έγινε. Το ύψος από το ποτάμι 24 μ το μήκος 22 μ και το πλάτος 1,50μ. Όλες οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν. Το γεφύρι στηρίζεται απάνω σε τρία συρματόσχοινα που δέθηκαν με σφυχτήρες σε λοστούς ατσαλένιους που μπήχτηκαν βαθειά στους βράχους . Ένα απ' αυτά τα σύρματα είναι δώρο του Δ. Μακρή που το χρησιμοποιούσε για την ίδια δουλειά στο γεφύρι (βίντζι) που είχε κάνει στο μύλο του για να περνάει τα αλέσματα από και προς Ρωσκά.. Πιο ψηλά απ' αυτά άλλα δυό χοντρά συρματόσχοινα κρατούν το γεφύρι και σ' αυτά είναι δεμένη η συρματόσιτα που μπήκε στα πλάγια σαν προφυλακτήρας. Το πάτωμα του γεφυριού είναι όλο από άγρια ξύλα να μη σαπίζει. Κι αυτά τα ξύλα είναι πάλι δεμένα γερά με χοντρό σύρμα.. Με την ικανότητα του Ανδρ. Χάσκου και τη βοήθεια των κατοίκων λύθηκε προσωρινά το ζήτημα. Το ποτάμι νικήθηκε. Ντροπιασμένο περνάει κάτω από το γεφύρι. Και οι εργάτες τρώνε την ψητή γίδα και τραγουδάν για τη νίκη. Μπράβο τους». 5
Μία άλλη εξίσου πειστική διήγηση, για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ταξιδιώτες για τον Προυσό και τις ευφάνταστες λύσεις που επινοούσαν οι ντόπιοι, διαβάζουμε στο περιοδικό «Χωριάτικοι Αντίλαλοι»: «... Κατόπιν κατηφόριζε (ο δρόμος) κι έφθανε στον Κρικελλοπόταμο. Εκεί υπήρχε ξύλινο γεφύρι κι ο δρόμος περνούσε απέναντι. Πολλές φορές έλειπε το γεφύρι, γιατί συχνά πλημμύριζε το ποτάμι και το παρέσερνε. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις οι Κραναίοι, που είχαν σπίτι απέναντι, έκαναν τους «περάτες» των ταξιδιωτών. Δηλαδή έπαιρναν στην πλάτη τους ταξιδιώτες, που δεν μπορούσαν να περάσουν το ποτάμι, και τους μετέφεραν απέναντι, φυσικά με πληρωμή. Κατόπιν ο δρόμος ανέβαινε ψηλότερα ...». 6
--
4. Δ. Π. Καραπιπέρη: «Ξενάγησις στην Ευρυτανία», Σελ. 93
5. Γιάννη Βράχα: Από τα Δολιανά και την Κοντίβα
6. Περιοδικό «Χωριάτικοι αντίλαλοι, τεύχος 33, Άρθρο του κ. Γιάννη Φλώρου
«Πληροφορίες για την συγκοινωνία Καρπενησίου – Προυσού»

ΤΑ ΚΑΡΕΛΙΑ.

Στα μεγάλα όμως ποτάμια της Ευρυτανίας, τα οποία στέκονται σα φυσικά εμπόδια ανάμεσα στα χωριά, η κατασκευή κάποιας ξύλινης γέφυρας είναι τις περισσότερες φορές αδύνατη, λόγω του πλάτους του ποταμού. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν βρίσκουμε ξυλογέφυρα σ’ αυτά, όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, όπως την Τέμπλα στον Αχελώο κι ένα άλλο στην συμβολή του Μπεσιώτη με το Μέγδοβα. Αλλά ο κανόνας έλεγε ότι για να αντιμετωπισθεί ουσιαστικά το πρόβλημα , έπρεπε με άλλον τρόπο να ζευχθούν οι όχθες των ποταμών.
Έτσι, στην αρχή, εφαρμόστηκαν οι «περαταριές» και τα «καρέλια». Οι περαταριές, ήταν πλωτές κατασκευές δεμένες πάνω σε τεντωμένο σχοινί από τις δύο όχθες, το οποίο χρησιμοποιούσαν σαν μέσο έλξης. Όμως, λόγω του ότι τα ποτάμια στη περιοχή μας δεν είναι πλωτά – με εξαίρεση τον Αχελώο – οι κατασκευές αυτές ήταν ελάχιστες. Εκείνο το μέσο επικοινωνίας που συναντάμε συχνότατα στην Ευρυτανία, είναι το καρέλι, που για να φτάσει όμως στη σημερινή του μορφή πέρασε αρκετά στάδια εξέλιξης.
Αν κάποιος λοιπόν, έπρεπε να περάσει ένα ορμητικό ποτάμι, στην ανάγκη έδενε ένα σχοινί στη μέση του και την άλλη του άκρη σ’ ένα δέντρο και ριχνόταν στα νερά. Όταν μετά από πολύ κόπο έφτανε στην απέναντι όχθη, στερέωνε το σχοινί σε κάποιο σημείο, με σκοπό να το ξαναχρησιμοποιήσει για την επιστροφή. Όλη αυτή η διαδικασία με το πέρασμα του καιρού τελειοποιήθηκε. Το σχοινί αυτό παρέμενε τεντωμένο πάνω από το ποτάμι και ο ταξιδιώτης δεν ήταν αναγκασμένος πλέον να μπαίνει μέσα στα νερά , αλλά περνούσε το εμπόδιο κρεμασμένος πάνω.
Στη συνέχεια, στο εφεύρημα αυτό προστέθηκε ένα κασόνι μέσα στο οποίο έμπαινε ο άνθρωπος. Αυτό «κυλούσε» πάνω στο τεντωμένο χοντρό σχοινί με τροχαλίες ή καρέλια, όπως ονομάζονται, από όπου πήρε το όνομά της και όλη η κατασκευή.
Σήμερα, βρίσκουμε ακόμα στην Ευρυτανία καρέλια σε λειτουργία, στα οποία όμως τα χοντρά σχοινιά, που εύκολα σαπίζουν, έχουν αντικατασταθεί από συρματόσχοινα και τα ανοιχτά ξύλινα κασόνια από στεγασμένα κουβούκλια. Στις όχθες, τα συρματόσχοινα είναι στερεωμένα σε τσιμεντένια υποστυλώματα, ενώ μανιβέλες βοηθούν το κουβούκλιο να προωθείται σχετικά άνετα. Στα παλιά καρέλια υπήρχε πάντα κάποιος ο οποίος ήλεγχε και εκμεταλλευόταν το πέρασμα και λεγόταν «περατάρης». Αυτός συντηρούσε όλη την κατασκευή και βοηθούσε στο τράβηγμα του κασονιού, με το αζημίωτο βέβαια. Καρέλια παλιότερα υπήρχαν στην περιοχή «Τριχιές» του Νέου Αργυρίου, όπου σήμερα βρίσκεται το γεφύρι του Αυλακιού, στον Αγραφιώτη, κάτω από το μοναστήρι της Παναγίας των Στανών και κοντά στον συνοικισμό της Κωσταντίνας, στο Μέγδοβα, δίπλα στην εκβολή του Γαβρενίτη 7, και πιο πάνω, τα καρέλια του Ζαχαρή και του Τσιρώνη από τη Βράχα 8 .
Αν και σήμερα τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένα τα καρέλια είναι αξιόπιστα, αυτό δεν ήταν αυτονόητο παλιότερα. Όπως αναφέραμε, τότε χρησιμοποιούσαν υλικά που φθείρονταν γρηγορότερα και ο αναβάτης σε κάθε κίνηση του καρελιού δε θα ένιωθε και πολύ σίγουρος για τη ζωή του. Τα καρέλια, όπως και τα ξυλογέφυρα, ήταν προσωρινές λύσεις, αναγκαίες αλλά σίγουρα όχι ασφαλείς .
--
7. Σπύρου Μελετζή, «Με τους αντάρτες στα βουνά»
8. Β. Ν. Μαντούζα, «Η Βράχα», Σελ. 53

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΓΕΦΥΡΙ.

Κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες λοιπόν, η μοναδική διέξοδος ήταν να στηθεί μία κατασκευή όσο το δυνατόν πιο σταθερή, άξια εμπιστοσύνης από πλευράς ασφάλειας και η οποία θα μπορούσε να περατωθεί εύκολα.. Ήταν γνωστό, φυσικά, από πολύ παλιά, πως η κατασκευή ενός γεφυριού πέτρινου ήταν δυνατή και έγινε σύντομα κατανοητό ότι αυτό θα ήταν και η σωτήρια λύση. Αλλά, από τη σύλληψη μέχρι την υλοποίηση της ιδέας, έπρεπε να ξεπεραστούν μία σειρά από προβλήματα, τα οποία ήταν αρκετά σοβαρά. Το βασικότερο ήταν αν θα μπορούσαν και από πού οι κάτοικοι των χωριών να βρουν τους πόρους που απαιτούνταν για την κατασκευή του γεφυριού. Στη συνέχεια, να επιλεγεί ο κατάλληλος κατασκευαστής, να εντοπισθεί το μέρος που θα χτιζόταν, καθώς επίσης και να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα υλικά..

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ.

Στη χρονική περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, περίπου από το 1659, που χτίστηκε το γεφύρι του Μανώλη, μέχρι το 1957 που στήθηκε το νεότερο γεφύρι της Ευρυτανίας, το Ελληνικό κράτος είτε δεν υπήρχε (Τουρκοκρατία , μέσα 17ου αιώνα έως αρχές 19ου) είτε διένυε τα πρώτα του βήματα. άτολμα.. Κατά συνέπεια, ούτε οι Τούρκοι ούτε στη συνέχεια το νεοσύστατο και ανοργάνωτο ελληνικό κράτος μπορούσαν να βοηθήσουν τους κατοίκους στη χρηματοδότηση για την κατασκευή των γεφυριών ή και άλλων τοπικών έργων υποδομής. Απέμενε λοιπόν, σα μόνη λύση τις περισσότερες φορές, ο έρανος από τους ίδιους τους κατοίκους που θα ευεργετούνταν από την χρήση του ή η αναζήτηση και η εύρεση χορηγού.
Έτσι, άρχιζαν έρανοι σε όλη την περιοχή και ανάλογα με την οικονομική συνεισφορά των κατοίκων, συγκεντρώνονταν χρήματα ή και προϊόντα ακόμα. Αυτά τα τελευταία στη συνέχεια πουλιόνταν και το αντίτιμο συνυπολογιζόταν στο ποσόν που μαζευόταν για την επίτευξη του σκοπού. Επίσης, επιτροπές των χωρικών επισκέπτονταν ξενιτεμένους στις μεγάλες πόλεις συντοπίτες, με μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής οικονομική επιφάνεια, τους εξηγούσαν την αιτία και την ιερότητα του εράνου κι έτσι τους έπειθαν να συμβάλουν κι αυτοί. Έστελναν παράλληλα και στο εξωτερικό επιστολές σε επιφανείς ανθρώπους, με ανάλογο περιεχόμενο. Σταδιακά και με τη χρήση όλων των δυνατών τρόπων και των μέσων πειθούς, συμπληρωνόταν το απαιτούμενο ποσό. Ακόμα και τα μοναστήρια διέθεταν μέρος από τα εισοδήματά τους για τον ιερό σκοπό. Με τον τρόπο αυτό, βρέθηκαν τα χρήματα και μπόρεσαν να κατασκευασθούν αρκετά Ευρυτανικά γεφύρια .
Υπάρχουν όμως και γεφύρια που χρηματοδοτήθηκαν από ένα μόνο άτομο, συνήθως από πλούσιο ξενιτεμένο ή ντόπιο. Τα γεφύρια αυτά τις περισσότερες φορές είναι ακόμα και σήμερα γνωστά με το όνομα του χρηματοδότη τους.
Ένα γεφύρι στην Καρίτσα , που ήταν χτισμένο πάνω από τον Καρπενησιώτη και σήμερα έχει πέσει, εικάζεται ότι το χρηματοδότησε εξ ολοκλήρου κάποιος ονόματι Αναγνώστου από την Καρίτσα, ο οποίος βρήκε ένα θησαυρό και αποφάσισε να διαθέσει μέρος του για να κάνει ένα καλό στο χωριό του, ώστε να τον θυμούνται οι συγχωριανοί του. Επίσης, το γεφύρι του Ξερολύκου κάτω απ’ το χωριό Κορυσχάδες, χτίστηκε έπειτα από χρηματοδότηση της ομώνυμης οικογένειας και έμεινε γνωστό μέχρι σήμερα με το όνομά τους 9 . Αναφέρεται μάλιστα από ορισμένους μελετητές ότι το όνομα «Μανώλης» το πήρε το ομώνυμο γεφύρι στον Αγραφιώτη από τον χρηματοδότη του. Βλέπουμε λοιπόν, πως με τον τρόπο αυτό, δηλαδή την αφιέρωση του ονόματος του χρηματοδότη στο γεφύρι, οι κάτοικοι των χωριών είχαν ένα επιπλέον επιχείρημα στα χέρια τους για να πείσουν κάποιον, που είχε τη δυνατότητα, να ξοδευτεί για ένα γεφύρι.
Ελάχιστα μόνο γεφύρια στην Ευρυτανία έχουν κατασκευαστεί με χρήματα του Ελληνικού κράτους. Αυτά είναι και τα πιο νέα, όπως του Καλόγερου και ίσως του Αϊ Γιώργη στην κοιλάδα του Καρπενησιώτη, καθώς και τα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού στον Αχελώο.
--
9. Κ. Α. Σαρρή, «Χρονικό Κορυσχάδων»

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ.

Όταν λοιπόν συγκεντρώνονταν τα χρήματα που απαιτούνταν για το έργο, η κοινοτική επιτροπή, που είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών, ερχόταν σε επαφή με διάφορους μαστόρους που θα μπορούσαν να το κατασκευάσουν. Αν το έργο ήταν μικρό και η δουλειά εύκολη, συνεννοούνταν με ντόπιους τεχνίτες από τις γύρω περιοχές, αν υπήρχαν τέτοιοι τεχνίτες εκεί κοντά. Όταν όμως το γεφύρι που θα χτιζόταν ήταν μεγάλο και χρειάζονταν εξειδικευμένες γνώσεις, τότε μόνο μία λύση υπήρχε: να αποταθούν σε μαστόρους από τη γειτονική Ήπειρο.
Στης Ευρυτανία, υπάρχουν αξιόλογα γεφύρια που κατασκευάστηκαν από ντόπιους, όπως το Πάνω γεφύρι της Χρύσως , καθώς και πολλές μικρές καμάρες που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερη πείρα. Τα πιο πολλά όμως από τα μεγάλα γεφύρια της περιοχής μας έχουν κατασκευασθεί από Ηπειρώτες μαστόρους που ήρθαν γι’ αυτό το σκοπό μέχρι τα μέρη μας . Η γνώση, εξάλλου, που είχαν οι Ηπειρώτες στο πελέκημα και το χτίσιμο της πέτρας είναι ονομαστή μέχρι και σήμερα .
Οι επαφές για το φτιάξιμο του γεφυριού άρχιζαν προς το τέλος του χειμώνα, τότε που οι μαστόροι λόγω των απρόσφορων καιρικών συνθηκών δεν μπορούσαν να δουλέψουν.

ΤΑ ΜΠΟΥΛΟΥΚΙΑ.

10.Οι Ηπειρώτες μαστόροι, στην προσπάθειά τους να βρουν και να κλείσουν δουλειές, είχαν την συνήθεια να σχηματίζουν ομάδες μεταξύ τους και να περιφέρονται σ’ όλη την Ελλάδα. Οι ομάδες αυτές ονομάζονταν μπουλούκια . Ήταν δηλαδή οργανωμένες παρέες που απαρτίζονταν από όλες τις ειδικότητες, μαστόροι, πελεκάνοι, χτιστάδες και αχθοφόροι. Ο καθένας είχε το υποζύγιό του, που με αυτό μετέφερε τα πράγματά του, κι όταν άρχιζε η δουλειά, όλα τα ζώα μαζί χρησιμοποιούνταν στην μεταφορά των υλικών. Για να είναι αποδοτική η ομάδα, αλλά και για να επικρατεί τάξη και όχι αναρχία, το κάθε μπουλούκι είχε τη δική του αυστηρή ιεραρχία, με αρχηγό τον πρωτομάστορα.
Με το πέρασμα του χρόνου, για να καταφέρουν να λειτουργούν όλοι σαν ένας άνθρωπος, ένα μυαλό και ένα χέρι, ανέπτυξαν και δική τους γλώσσα σιγά σιγά, καταληπτή μόνο από τους ίδιους. Από μπουλούκι σε μπουλούκι υπήρχαν διαφορετικές διάλεκτοι, ανάλογα του τόπου καταγωγής των μαστόρων, όμως όλες αυτές οι ιδιόλεκτοι, οι «γλώσσες» αν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε έτσι: «είναι ιδιώματα που τα μεταχειρίζονται άνθρωποι με κοινά ενδιαφέροντα ή με την ίδια απασχόληση, ομότεχνοι, κάποτε για αστείο, συνήθως όμως με σκοπό να συνεννοούνται μεταξύ τους μυστικά, έτσι που να μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι, συχνά μάλιστα και για να πολεμήσουν την κοινωνία , προς την οποία βρίσκονται με τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα σε αντίθεση και εχθρότητα».11
Οι Ηπειρώτες μαστόροι μιλούσαν μία δική τους διάλεκτο τα «Κουδαρίτκα» ή «Μαστόρκα».12
Η συνήθεια αυτή των μαστόρων, να συγκροτούν μπουλούκια και να περιφέρονται προς αναζήτηση δουλειάς, αποδείχθηκε ιδιαίτερα συμφέρουσα κι έτσι εφαρμόσθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος. Στην Ευρυτανία, για παράδειγμα, βρίσκουμε μπουλούκια προερχόμενα από διάφορα χωριά, με πιο γνωστά αυτά από τη Βράχα. Οι χτιστάδες μάλιστα αυτοί ανέπτυξαν και τη δική τους διάλεκτο «τα μαστόρικα της Βράχας». 13 Το λεξιλόγιό τους, ήταν περιορισμένο και περιλάμβανε μόνο λέξεις και φράσεις που χρειάζονταν στη δουλειά τους. Έτσι λέγανε:
Σέρφαλα, σέρφαλα = Σιγά σιγά , μη βιάζεστε
Όρθα Παναγιά = Βάλτε τις πέτρες όρθιες
Εδώ ράζει γκιώνης = Τ’ αφεντικό έχει πολύ τυρί (Θα φαμε καλά !)
Εδώ ράζει Σεραφείμ’ς = Τ’ αφεντικό έχει πολύ κρασί (θα πιούμε πολύ !)
Σουρδίζει = Μας βλέπει!
Λαμάτσο = Ο παππάς
Στάκας = Το αφεντικό
Τέτοια διάλεκτο στην περιοχή μας, είχαν αναπτύξει οι γύφτοι (οι σιδεράδες) του Καρπενησίου και της Χρύσως, τα λεγόμενα «Ντόρτικα της Ευρυτανίας», καθώς και η συντεχνία των Καπορραπτών της περιοχής μας. 14
--
10. Μπουλούκι: Από το Τουρκικό boluk (= συντροφιά – λόχος ). Περιπλανώμενη ομάδα μαστόρων με αυστηρή ιεραρχία και συνήθως καταγωγή από το ίδιο μέρος .
11. Τα Ντόρτικα της Ευρυτανίας. Συμβολή στα Ελληνικά «Μαστόρικα», Υπό Μανώλη Τριανταφυλίδη
12. Σπύρου Μαντά , «Τα Ηπειρώτικα Γεφύρια», Σελ . 131
13. Β. Ν. Μαντούζα, «Η Βράχα», Σελ. 293
14. Κλ. Σ. Κουτσούκης: Ευρυτανικές προσεγγίσεις, Σελ. 190. Αναφορά και βιβλιοκριτική στο βιβλίο του Μάρκου Γκιόλια «Το συντεχνιακό δίκαιο και η συνθηματική γλώσσα των Καπορραπτών της Ευρυτανίας», Αθήνα 1985


Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑ.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αφιερώσουμε λίγο χώρο για να γνωρίσουμε καλύτερα τους ανθρώπους αυτούς που αποτελούσαν τα μπουλούκια . Η ζωντανή αφήγηση ενός από τους τελευταίους εν ζωή Ηπειρώτες μαστόρους, του Τάκη Τραγουδάρα από τα Πράμαντα των Τζουμέρκων, αφήνει πίσω της τον απόηχο μιας τέχνης σχεδόν «μουσικής», που ορίζεται από το ρυθμικό πελέκημα της πέτρας. Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή 15, γέροντας πλέον ο μάστορας, περιέγραφε τη ζωή και τις συνθήκες εργασίας μέσα σε ένα μπουλούκι.
Ο ίδιος ήταν «πελεκάνος» από τα δεκαεννιά του χρόνια . Το μπουλούκι ήταν μία μικρή κοινωνία, με αυστηρή ιεραρχία και πολύ σκληρούς άγραφους νόμους. Αρχηγός ήταν ο πρωτομάστορας και ακολουθούσαν οι πελεκάνοι, οι χτιστάδες και οι υπάλληλοι. Όλοι ήταν συχωριανοί, προέρχονταν από το ίδιο χωριό, στο οποίο ζούσαν με αδιατάρακτο σεβασμό και υπόληψη, χωρίς την εξαίρεση κανενός.
Τα καλύτερα και πιο ονομαστά μπουλούκια ήταν από την Κόνιτσα και από τα Τζουμέρκα. Όταν έφτανε η ώρα να ξεκινήσουν από τα χωριά τους, γινόταν αποχαιρετιστήριο γλέντι και οι γυναίκες ξεπροβόδιζαν τους άντρες μέχρι έξω από το χωριό. Ο κάθε ένας που είχε γάιδαρο ή μουλάρι για τη δουλειά, το έπαιρνε μαζί του στο ταξίδι, για να κουβαλάει τα πράγματά του μ’ αυτό. Οι δουλειές πολλές φορές ήταν προσυμφωνημένες και έτσι ξέρανε πού θα πάνε. Ελάχιστες ήταν οι φορές που ξεκινάγανε έτσι «στο βρόντο» και κλείνανε συμφωνίες όπου τύχαινε να βρουν δουλειά. Τα έργα που αναλαμβάνανε ήταν γεφύρια, εκκλησίες, σπίτια και βρύσες. Τις συμφωνίες τις έκλεινε ο πρωτομάστορας για λόγου τους. Το πρώτο που κοίταζε ήταν η τιμή. Όλα τα άλλα ήταν λεπτομέρειες.
Όταν άρχιζε η δουλειά, απαγορεύονταν οι κουβέντες με το αφεντικό. Μόνο ο πρωτομάστορας μίλαγε μ’ αυτό. Ο κάθε ένας ήξερε τη δουλειά του και την έκανε ευσυνείδητα. Όλο το μπουλούκι ξύπναγε χαράματα και ο καθένας τράβαγε για το πόστο του. Οι υπάλληλοι με τα ζώα φεύγανε για το νταμάρι, για πέτρα. Οι χτιστάδες ετοιμάζανε τη λάσπη και οι πελεκάνοι αρχίζανε το ρυθμικό πελέκημα με το σφυρί, το κοπίδι και τα χτένια . Η δουλειά προχώραγε όλη μέρα. Ο πρωτομάστορας με ένα κουβά έριχνε νερό πάνω στον έτοιμο τοίχο. Αν «βύζαινε» ο τοίχος το νερό, τον ρίχνανε κι άρχιζε απ΄ την αρχή το χτίσιμο. Το ηλιοβασίλεμα η δουλειά σταμάταγε και αφού όλοι πλένονταν και οι υπάλληλοι δένανε τα ζώα, κάθονταν κι αυτοί να φάνε με τη σειρά τους τη φασολάδα που έβραζε από το πρωί στο καζάνι. Ήταν πια η ώρα της ξεκούρασης και της σχόλης. Εκείνο που απαγορευότανε «δια ροπάλου» ήτανε το μεθύσι και η κλεψιά .
Το έργο σιγά σιγά προχωρούσε και στο τέλος, εάν όλα πήγαιναν καλά, ερχόταν η ώρα της πληρωμής. Τα συμφωνημένα τα έπαιρνε ο πρωτομάστορας και η μοιρασιά γινόταν στα ίσια γι’ αυτόν, τους χτιστάδες και τους πελεκάνους, αφού έβγαζε τα έξοδα. Τα ζώα παίρνανε κι αυτά μερίδιο ισότιμα, ενώ οι υπάλληλοι πληρώνονταν με το μήνα. Αυτοί όμως, είχαν σίγουρο το μισθό, γιατί κι αν ακόμα η δουλειά δεν πήγαινε καλά, η αμοιβή τους δεν χανόταν.
Οι παράγοντες που μπορεί να επηρέαζαν ώστε να μην προκόψει η δουλειά ήταν πολλοί, όπως οι καιρικές συνθήκες. Ιδιαίτερα στη κατασκευή ενός γεφυριού, μία πρόωρη και αναπάντεχη κατεβασιά ήταν πολύ πιθανή. Με δεδομένο ότι η πληρωμή γινόταν στο τέλος των εργασιών και μετά την παράδοση του έργου στο αφεντικό, αυτός ο τρόπος πληρωμής έκρυβε πολλά ρίσκα .
«Καμιά φορά», λέει ο κυρ Τάκης, «στράβωνε η δουλειά και τα παρατάγαμε στη μέση και φεύγαμε. Τότε το έργο δεν γινότανε ποτέ, γιατί κανένα μπουλούκι δεν αναλάμβανε μισοτελειωμένη δουλειά. Αυτό ήταν νόμος. Αν καμιά φορά το έργο έπεφτε μετά την παράδοσή του, την ευθύνη δεν την είχαν πλέον οι μαστόροι. Όμως ο πρωτομάστορας γινόταν από κει και πέρα ρεζίλι στην κοινωνία».
Όταν τέλειωνε η δουλειά σε ένα μέρος και οι μαστόροι είχαν τα χρονικά περιθώρια να αναλάβουν κι άλλο έργο, το έκαναν. Έτσι, μέχρι το χειμώνα που το μπουλούκι επέστρεφε στο χωριό, η εργασία συνεχιζόταν απρόσκοπτα .
Υπήρχαν όμως και φορές που οι μαστόροι ήταν ψεύτες και παραδόπιστοι και δεν κάνανε καλή δουλειά, όπως μας αναφέρουν παλιοί περιηγητές:
«Οι μαστόροι που έβαλαν οι χωριανοί για να το φτειάσουν, ήταν ψεύτες, και δεν έφτειαναν σίγουρη δουλειά, Όσο έχτιζαν τη μέρα γκρεμιζόταν την ερχόμενη νύχτα. Ξανάρχιζαν την άλλη μέρα, τα ίδια πάλι το βράδυ. Επίτηδες έχτιζαν πρόστυχον τον τοίχο για να πέφτη, να βρίσκονται πάντα σε δουλειά, να πληρώνωνται άδικα τα μερομίσθια . Ράβε ξήλωνε δηλαδή δουλειά να μη σου λείπη, τό καναν αυτοί. Ένα βράδυ παρουσιάζεται η Παναγία στον ύπνο του πρωτομάστορα, και τον αρχίζει! ... Το’ δωκε ένα ξύλο γερό! Μαύρισε το κορμί του απ’ το πολύ δάρσιμο. Άμα σηκώθηκε το πρωί ο ψευτάνθρωπος κατάκαβε πια πως έχει να κάνει με την Παναγία και μόλις τότε άρχισε να φτειάνη παστρική δουλειά.. Πελέκαγε τις πέτρες πολύ καλά και τις έκανε γωνιαστές. Τις έπερναν οι μαστόροι τις αράδιαζαν κι έφτειαναν τοίχο που δεν τον ταράζει ούτε κανόνι και σήμερα ακόμα. Καθαροπελέκι από πάτο σε κορφή». 16
--
15. Από ραδιοφωνική εκπομπή του δευτέρου προγράμματος της Ε.ΡΑ. κάποιο Σάββατο, Δεκέμβρης του 1994 με θέμα την παρουσίαση της ζωής ενός μάστορα της
πέτρας.
16. Ιωάννη Γ. Ζούμπου: «Το μοναστήρι των Δομιανών Ευρυτανίας σημαντικό μνημείο της Ορθοδοξίας», Σελ. 123

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ.

Αφού λοιπόν γινόταν η κατ’ αρχήν επιλογή των μαστόρων, ο πρωτομάστορας και μία επιτροπή των κατοίκων, επισκέπτονταν το μέρος που θα έπρεπε να γίνει το γεφύρι και μετά από συζητήσεις, διαφωνίες και πάλι συζητήσεις, κατέληγαν στην καταλληλότερη τοποθεσία. Στη συνέχεια, άρχιζαν οι διαπραγματεύσεις για το ποσόν, τα υλικά, τις ευκολίες από τους κατοίκους, τις μεταφορές και τον χρόνο που θα απαιτούνταν για να τελειώσει το έργο. Μετά από αρκετά παζάρια και εκατέρωθεν υποχωρήσεις, συνέτασσαν και υπέγραφαν κάποιο συμφωνητικό που να κατοχυρώνει και τα δύο μέρη.
Κάνοντας εδώ μία παρένθεση πρέπει να αναφέρουμε ότι τέτοιο συμφωνητικό για γεφύρι του Ευρυτανικού χώρου, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε. Σε ανάλογα βιβλία για τα Ηπειρώτικα γεφύρια 17 υπάρχουν δημοσιευμένα παρόμοια συμφωνητικά, τα οποία περιγράφουν με όλες τις παραστατικές λεπτομέρειες και με γλώσσα ιδιωματική το πώς θα χτιζόταν το γεφύρι. Προφανώς, το ίδιο ύφος και περιεχόμενο θα είχαν και τα συμφωνητικά για τα Ευρυτανικά γεφύρια, αλλά δυστυχώς ο χρόνος που έχει περάσει και η έλλειψη οργανωμένων αρχείων, μας στερούν την ικανοποίηση να διαβάσουμε ένα τέτοιο κείμενο.
Στην επιλογή του χώρου, όπου θα θεμελίωναν το γεφύρι, δινόταν πολύ μεγάλη προσοχή. Η διαδικασία αυτή ήταν κρίσιμη, γιατί αν επιλεγόταν το σωστό μέρος, το γεφύρι θα μπορούσε να αντέξει στις καταβασιές, στους σεισμούς, στον αέρα και στη διάβρωση, στοιχεία που κυρίως απειλούσαν την ευστάθειά του.
Ο πρωτομάστορας, με την συσσωρευμένη εκ πείρας γνώση του, εκτός από την καλύτερη τοποθεσία πρότεινε και το σχήμα που έπρεπε να δώσουν στο γεφύρι. Οι κάτοικοι, με τη σειρά τους, πρότειναν κι αυτοί την τοποθεσία που ήταν η πιο βολική για τις μετακινήσεις τους. Έτσι, αποφάσιζαν από κοινού τελικά για την ακριβή τοποθεσία και προσφέρονταν οι απαραίτητες ευχές και από τα δυο μέρη.
--
17. Σπύρου Ι. Μαντά: «Το γεφύρι κι ο Ηπειρώτης». Το συμφωνητικό για το γεφύρι της Μαέρης, Σελ.148

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ.

Όπως είπαμε και στο κεφάλαιο για τα ξυλογέφυρα, οι περιοχές που επιλέγονταν για τη θεμελίωση των γεφυριών, ήταν τα στενότερα περάσματα των ποταμών, που τα δημιουργούσαν δύο αντικριστοί βράχοι. Ο λόγος ήταν προφανής. Το τόξο του γεφυριού θα είχε μικρότερη διάμετρο αφ’ ενός και αφ’ ετέρου ο βράχος θα λειτουργούσε σαν το καταλληλότερο και στερεότερο θεμέλιο. Αποφεύγονταν θέσεις με μεγάλο άνοιγμα, διότι η θεμελίωση τότε έπρεπε να γίνει αναγκαστικά με πολλά τόξα. Με τον τρόπο αυτό, τα ενδιάμεσα πόδια του γεφυριού θα ακούμπαγαν μέσα στην κοίτη του ποταμού αλλά σ’ αυτή την περίπτωση προέκυπταν αρκετά προβλήματα , όπως ότι για να βρεθεί στέρεο έδαφος πάνω στο οποίο θα πατήσουν οι βάσεις, έπρεπε να σκαφτούν και στη συνέχεια να απομακρυνθούν μεγάλες ποσότητες φερτών υλικών. Επίσης, όταν ένα πόδι γεφυριού εδράζεται μέσα στην κοίτη του ποταμού, η δύναμη της ροής των νερών καταπονεί την κατασκευή και την αποσταθεροποιεί. Τα προβλήματα μεγαλώνουν, όταν ο όγκος του νερού μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις αυξάνει και οι πιέσεις που ασκούνται πάνω στις βάσεις του γεφυριού γίνονται μεγαλύτερες από αυτές που είχε προβλέψει ο κατασκευαστής του. Στις περιπτώσεις αυτές, πέρα από την πίεση του νερού, η ροή δημιουργεί και στροβιλισμούς ακριβώς από την πίσω μεριά της βάσης κι έτσι αυτή υποσκάπτεται. Τα ίδια προβλήματα, για παράδειγμα, παρουσίαζε το ιστορικό γεφύρι της Άρτας, που είναι θεμελιωμένο εξ ολοκλήρου μέσα στη κοίτη του Άραχθου και τα οποία η λαϊκή μούσα απέδιδε στην κακοδαιμονία του πρωτομάστορα .
Παρατηρώντας σήμερα τις τοποθεσίες που επέλεγαν οι μάστοροι παλιά για να στήσουν τα γεφύρια, βλέπουμε ότι σε δύο μόνο περιπτώσεις στον τόπο μας παρέβησαν τον κανόνα του στενού περάσματος. Το γεφύρι στις Νεράτες του Γαβρενίτη και το γεφύρι του Ξερολύκου στον Καρπενησιώτη είναι τα μόνα που ήταν πολύτοξα και είχαν θεμελιωθεί μέσα στις κοίτες των ποταμών. Όλα τα άλλα βρίσκονται σφηνωμένα ανάμεσα σ’ απόκρημνα βράχια, κατασκευές εντυπωσιακές και μεγαλειώδεις, με μεγάλο ύψος στο κέντρο τους, διατηρημένες με αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια στο χρόνο, χωρίς τραυματικές φθορές.
Σε γεωτεχνικές μελέτες που έχουν δημοσιευθεί, αναφέρονται τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα μνημεία της ευρύτερης περιοχής της Πίνδου, από τον τρόπο της θεμελίωσής τους: «... η περιοχή παρουσιάζει έντονη τεκτονική καταπόνηση. Ρήγματα και μεγάλες διακλάσεις διατρέχουν τα πρανή, στις θέσεις των γεφυριών, αποδυναμώνοντας ενδεχόμενα με την πάροδο του χρόνου, την ευστάθεια των γεφυριών. Η διαφορετική κατάσταση της βραχομάζας στα δύο πρανή, σε συνδυασμό με τις συνθήκες θεμελίωσης σε κάθε πρανές, προκάλεσε κατά θέσεις, έντονη χαλάρωση της λιθοδομής.... Από την προηγούμενη περιγραφή, γίνεται αντιληπτό ότι η γεωτεχνική έρευνα των Μνημείων και του περιβάλλοντος χώρου μπορεί να δώσει πληροφορίες απαραίτητες για την ορθή προστασία των.
Η γεωτεχνική προσέγγιση αφορά τόσο τον προσδιορισμό του βαθμού αποσάθρωσης και των φυσικών χαρακτηριστικών των υλικών κατασκευής όσο και τη γεωτεχνική μελέτη του περιβάλλοντος χώρου. Βέβαια στην περίπτωση των Μνημείων, η γεωτεχνική έρευνα δεν προηγείται αλλά έπεται, μετά από πολλούς αιώνες, της κατασκευής του τεχνικού έργου, γεγονός που διαφοροποιεί τη φιλοσοφία της μελέτης έναντι ενός σύγχρονου έργου. Εντούτοις ανεξάρτητα από ενδεχόμενα αρχικά γεωτεχνικά προβλήματα (π.χ. Πύργος Πίζας), η γεωδυναμική εξέλιξη στο χρόνο, δημιουργεί νέες συνθήκες αστάθειας , είτε άμεσα του Μνημείου είτε έμμεσα του περιβάλλοντος χώρου που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Μνημεία κτισμένα πάνω σε μεγάλους βράχους, όπως το κάστρο του San Marino και η Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυξημένης επικινδυνότητας προερχόμενης από την ποιότητα της βραχομάζας». 18
Βλέπουμε λοιπόν, πόσο σημαντική ήταν η επιλογή του χώρου και του τρόπου θεμελίωσης ενός γεφυριού. Σήμερα, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, γίνονται προσπάθειες να διορθωθούν τυχόν ατέλειες ή φθορές που εντοπίζονται σε διάφορες παρόμοιες θεμελιώσεις, όπως συμβαίνει με τη διαμόρφωση της κοίτης του Άραχθου κάτω από το γεφύρι της Άρτας.
--
18. Από το Επιστημονικό περιοδικό «Γεωτεχνικά επιστημονικά θέματα», Άρθρο του κ. Βασίλη Χρηστάρα, «Η τεχνική Γεωλογία στην προστασία των Μνημείων», Σελ. 7

ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ.

Από τη στιγμή που ολοκληρώνονταν όλες οι συμφωνίες και τα σχετικά με την χωροθέτηση της νέας κατασκευής, έπρεπε να διευθετηθούν και ένα πλήθος από λεπτομέρειες που, αν δεν προβλέπονταν εγκαίρως, θα προκαλούνταν μεγάλες καθυστερήσεις στο έργο. Έτσι, γινόταν η επιλογή του νταμαριού για την εξόρυξη της πέτρας και η προετοιμασία και συλλογή των υλικών της συνδετικής ύλης. Άλλες εργασίες που έπρεπε να προγραμματισθούν, ήταν η κοπή και η μεταφορά της ξυλείας για τα στηρίγματα και το καλούπι, η εύρεση καταλυμάτων για το προσωπικό, η προμήθεια ζωοτροφών για τα υποζύγια κλπ.
Η σημαντικότερη όμως απ’ αυτές τις δουλειές ήταν η προετοιμασία των υλικών της συνδετικής ύλης , δηλαδή της λάσπης , με την οποία θα «δένανε» τις πέτρες. 19
Προφορικές πληροφορίες από παλιούς μαστόρους μας αποκαλύπτουν τα υλικά που χρησιμοποιούσαν. Τα βασικά ήταν ο ασβέστης, η άργιλος και η άμμος, ενώ σαν ενισχυτικά για την σκληρότητα του υλικού ήταν το σανό, το μαλλί από τα πρόβατα και τα αυγά.
Σε μας που έχουμε συνηθίσει στη γενικευμένη χρήση του τσιμέντου, όλα αυτά τα υλικά φαίνονται περίεργα και ίσως πρωτόγονα. Όμως, τότε που δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες, ο μάστορας έπρεπε να εκμεταλλευθεί τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες κάθε υλικού που έβρισκε γύρω του. Κι αυτό έκανε. Και με μεγάλη επιδεξιότητα και φαντασία μάλιστα..
Ο ασβέστης ήταν η βάση των υλικών αυτών. Η παραγωγή του ήταν σχετικά απλή κι αυτό διότι, κατά κύριο λόγο, τα πετρώματα της περιοχής μας είναι ασβεστολιθικά. Βγάζανε, λοιπόν, τον ασβεστόλιθο από το νταμάρι και τον «καίγανε» σε καμίνι μέχρι να γίνει ασβεστόπετρα (ασβέστης). Μετά, σε ένα μεγάλο λάκκο τον «σβήνανε» με νερό και πλέον ο ασβεστοπολτός ήταν έτοιμος για χρήση.
Η άργιλος ή «γλινόχωμα», όπως είναι πιο γνωστή στα χωριά, υπάρχει αυτούσια σε όλα τα ποτάμια, στα σημεία που το νερό λιμνάζει κι έτσι, η λήψη της δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες. Η άργιλος έπειτα ανακατευόταν σταδιακά με τον ασβέστη και την άμμο και μ’ αυτά τα υλικά δημιουργούταν η συγκολλητική ύλη. Για να γίνει όμως το μείγμα ακόμα πιό ανθεκτικό, ανακατεύανε μέσα στη λάσπη σανό ή μαλλί από πρόβατα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον οπλισμό του μείγματος, μία μέθοδος που και σήμερα εφαρμόζεται, κυρίως στα επιχρίσματα με πλαστικές ή μεταλλικές ίνες. Ο κρόκος του αυγού επίσης, είναι γνωστό ότι έχει συγκολλητικές ιδιότητες, τις οποίες κυρίως οι ζωγράφοι χρησιμοποιούν για τη στερέωση των χρωμάτων τους. Όπου υπήρχε λοιπόν η δυνατότητα, οι χωριανοί προμηθεύανε τους μαστόρους με ικανή ποσότητα αυγών, τα οποία προσθέτανε στη λάσπη.
Σε όλα τα γεφύρια της Ευρυτανίας έχουν χρησιμοποιηθεί αυτά τα υλικά. Σε ορισμένα, έχουν προστεθεί σπασμένα κομματάκια από κεραμίδια, πιθανόν αντί για άργιλο. Σε πεσμένα γεφύρια, που φαίνεται το εσωτερικό της λιθοδομής, αν προσέξουμε την συνδετική ύλη, θα δούμε μέσα της τα άχυρα ή τα μαλλιά των προβάτων .Τα υλικά αυτά από μόνα τους, αλλά περισσότερο όταν αναμειγνύονται όλα μαζί, δίνουν μακροχρόνια αποτελέσματα. Ο ασβέστης σκληραίνει με το πέρασμα του χρόνου, ενώ όταν έρχεται σε επαφή με τον αέρα, γίνεται χημική ένωση που τον επαναφέρει στην πρώτη του μορφή, τον ασβεστόλιθο. Για να καταλάβουμε την διαφορά με το τσιμέντο, αρκεί να αναφέρουμε ότι η διάρκεια ζωής του τσιμέντου εκτιμάται ότι είναι περίπου διακόσια χρόνια. Μετά αποσαθρώνεται πλήρως.
Η άργιλος πάλι έχει την ιδιότητα να αδιαβροχοποιεί το μείγμα με αποτέλεσμα αυτό να μην παρασύρεται και να μην χάνεται από τα νερά της βροχής. Έχει παρατηρηθεί, ότι σε ορισμένα γεφύρια, όπως στο γεφύρι του Μπαλτά στα Διπόταμα, όπου μάλλον δε χρησιμοποιήθηκε άργιλος στο μείγμα, κάτω από την καμάρα σχηματίζονται μικροί σταλακτίτες ανθρακικού ασβεστίου. Αυτό συμβαίνει διότι το νερό διαβρώνει τον ασβέστη, που δεν προστατεύεται από την άργιλο και τον παρασύρει. Παρατηρείται, δηλαδή, η ίδια διαδικασία σχηματισμού σταλακτιτών με τα σπήλαια, μόνο που η απομάκρυνση του ασβέστη στα γεφύρια αδυνατίζει την κατασκευή και δημιουργεί προβλήματα σταθερότητας.
Το σημείο όμως, που παραμένει ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστο είναι αν ο πρωτομάστορας σχεδίαζε κιόλας ο ίδιος το γεφύρι που θα έχτιζε ή αν η δουλειά προχωρούσε από μόνη της, εμπειρικά δηλαδή, και τα όποια προβλήματα που προκύπτανε, τα αντιμετώπιζε ομαδικά το μαστόρικο μπουλούκι. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε σχέδια και πουθενά δεν έχουν βρεθεί τέτοια.20 Ίσως, και επειδή οι μαστόροι κουβαλούσαν μόνο εμπειρική γνώση και ένστικτο, δεν μπορούσαν να φτιάξουν και να επεξεργαστούν σχέδια .
Τα μοναδικά γεφύρια που, κατά μία μαρτυρία 21, έχουν βασιστεί σε αρχιτεκτονικά σχέδια, είναι τα πιο σύγχρονα, της Τέμπλας και του Αυλακιού. Τα γεφύρια αυτά κατασκευάστηκαν το 1908, το Ελληνικό κράτος έκανε την εποχή εκείνη τα πρώτα του δειλά οργανωμένα αναπτυξιακά του βήματα, υπήρξε ενδεχομένως τότε η ανάγκη αποτύπωσης των εργασιών, που θα γίνονταν, στο χαρτί. Κατά την ίδια μαρτυρία, τα σχέδια φυλάσσονται στο Μεσολόγγι, που ήταν η πρωτεύουσα της περιοχής την εποχή εκείνη. Αν και έγινε, όμως, κατά την διάρκεια της εκπόνησης αυτής της μελέτης, προσπάθεια να βρεθούν αυτά τα αρχεία, έληξε άδοξα εξαιτίας της αδιαφορίας των αρμόδιων αρχειοφυλάκων.
--
19. Στην Ήπειρο και την Μακεδονία η συνδετική ύλη που χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή των γεφυριών λεγόταν «κουρασάνι». Στην Ευρυτανία τη λέγανε απλά «λάσπη»
20. Μόνο ο πρωτομάστορας Νικήτας είχε σχέδια για το γεφύρι του, στο υπέροχο μυθιστόρημα του Άρη Φακίνου «Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα», από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
21. Αναφορά στα σχέδια των γεφυριών της Τέμπλας και του Αυλακιού, έγινε από τον κ. Φάνη Ζαχαράκη, σε συζήτηση που είχαμε, στο χωριό του Νέο Αργύρι

ΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ.

Καθώς λοιπόν οι προκαταρκτικές εργασίες προχωρούσαν ικανοποιητικά και τα προβλήματα ένα - ένα εύρισκαν τη λύση τους, πριν αρχίσουν οι κυρίως δουλειές, γινόταν ο αγιασμός στο χώρο του έργου από τον παπά του χωριού. Όμως, οι μαστόροι ήταν προληπτικοί και λέγανε ότι έπρεπε να τρέξει και λίγο αίμα πάνω στην πρώτη πέτρα που θα βάζανε. Έτσι, σφάζανε με το μυστρί έναν κόκορα στα θεμέλια του γεφυριού, ώστε να εξαγνιστούν τα παγανά, που ήθελαν αίμα, και μετά ξεκινούσαν τη δουλειά..
Το πρώτο που είχαν να κάνουν οι βοηθοί, ήταν να κόψουν και να μεταφέρουν την ξυλεία που θα χρειαζόταν για να κατασκευαστούν τα καλούπια και τα στηρίγματα. Τα στηρίγματα ήταν συνήθως μονοκόμματοι κορμοί από έλατα (στρουμπίνες) που τα καρφώνανε ή τα δένανε μεταξύ τους, κι έτσι άρχιζαν να σχηματίζουν τα ικριώματα, πάνω στα οποία θα στήνανε τα καλούπια.. Επιπλέον στήνανε ορισμένους κορμούς, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βοηθούν στην ανύψωση των υλικών με τα βίντσια και τα παλάγκα από τη βάση του γεφυριού μέχρι τα διάφορα επίπεδα εργασίας .
Όπου ήταν δυνατόν, εκτρέπανε το ποτάμι, έτσι που να διευκολύνονται οι εργασίες και να μειώνονται οι κίνδυνοι. Με την πρόοδο των εργασιών, άρχιζε να σχηματίζεται ένα ξύλινο στην αρχή τόξο, πάνω στο οποίο θα ήταν δυνατόν να χτιστεί το πέτρινο τόξο του γεφυριού.
Με τον τρόπο αυτό δινόταν και το επιθυμητό σχήμα στην όλη κατασκευή.

ΤΟ ΣΧΗΜΑ.

Το σχήμα που θα έπαιρνε το γεφύρι ήταν δουλειά του πρωτομάστορα και εξαρτιόταν από την μορφολογία του εδάφους, καθώς και από την απόσταση που είχαν οι όχθες μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούσε να μοιάζει με κάποιο άλλο γεφύρι, καθένα ήταν έργο μοναδικό και ανεπανάληπτο, τη στιγμή που το σχήμα του καθοριζόταν από παράγοντες που προέκυπταν κάθε φορά .
Αν θέλουμε να κατατάξουμε τα γεφύρια σε κατηγορίες ανάλογα με το σχήμα τους, θα διαπιστώναμε ότι, σε γενικές γραμμές, αυτές είναι δύο. Στην πρώτη, τα γεφύρια είναι μικρά κι έχουν οριζόντια ράχη και στη δεύτερη, ανήκουν τα μεγάλων διαστάσεων γεφύρια με την κυρτή ράχη.
«Κρίνοντας», όσο μπορούμε σήμερα τη δουλειά του τεχνίτη των γεφυριών, μπορούμε να κάνουμε κάποιες διαπιστώσεις. Το ιδανικό σχήμα, που λογικά πρέπει να έχει ένα γεφύρι, είναι σίγουρα αυτό με την επίπεδη ράχη, έτσι που να είναι ξεκούραστο και ασφαλές στη διέλευσή του.
Όμως, όταν οι δύο προσβάσεις προς το γεφύρι ήταν χαμηλά, δηλαδή τα μονοπάτια περνούσαν λίγο πάνω από το επίπεδο του νερού και το άνοιγμα που έτρεπε να γεφυρωθεί ήταν μεγάλο, τότε αναγκαστικά το τόξο θα σχηματιζόταν πάνω από το επίπεδο των προσβάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, η ράχη του γεφυριού αναγκαστικά ακολουθούσε την πορεία του τόξου. Θα ήταν βέβαια, απίθανο εκεί το ζητούμενο, να είναι, πάση θυσία, η επίπεδη ράχη, διότι θα έπρεπε να προστεθεί στην κατασκευή ένας τεράστιος όγκος υλικών. Το αποτέλεσμα θα ήταν ογκώδες και παράταιρα ακαλαίσθητο. Η λογική όμως, πρόσταζε να αφαιρεθεί κάθε τι το περιττό, έτσι που η καμάρα να έχει όσο το δυνατόν λιγότερο βάρος. Αυτό λοιπόν, έκανε πράξη ο τεχνίτης και γι’ αυτό συναντούμε σήμερα γεφύρια με κυρτή ράχη. Τα γεφύρια αυτά είναι και τα πιο όμορφα..

Α. Το Τόξο.
Επειδή η πρώτη ύλη στην κατασκευή των γεφυριών ήταν η πέτρα, αναγκαστικά η καμάρα θα είχε σχήμα τοξοειδές, γιατί αυτό είναι το μόνο γεωμετρικό σχήμα που μπορεί να σχηματίσει μία συγκλίνουσα λιθοδομή. Το στοιχείο που μπορεί να αλλάξει κατά περίπτωση είναι το σχήμα του τόξου, και αυτό για να καλύψει καθαρά αρχιτεκτονικές ανάγκες. Έτσι, για παράδειγμα, βρίσκουμε τόξα απολύτως ημικυκλικά, όπως στο γεφύρι των Βραγγιανών, ελλειπτικά, στα γεφύρια του Καλόγερου και του Άι Γιώργη, και οξυκόρυφα, όπως στο γεφύρι της Τατάρνας. Άλλα, πάλι, έχουν για καμάρα ένα τόξο λίγων μόνο μοιρών, όπως το γεφύρι της Ρωσκάς.
Εκτός από το σχήμα, το στοιχείο που επίσης διαφοροποιείται κατά περίπτωση, είναι και το ύψος από το οποίο αρχίζει να διαμορφώνεται το τόξο. Βλέπουμε ότι σε άλλα γεφύρια ξεκινάει από την βάση, ενώ σε άλλα εδράζεται πάνω σε «πόδια». Και στην περίπτωση όμως αυτή βρίσκουμε αρκετές διαφορές από γεφύρι σε γεφύρι. Άλλα έχουν ένα πόδι και από την άλλη πλευρά το τόξο ακουμπάει στα πρανή. Σε άλλα, διαφέρει το ύψος των ποδιών και σε άλλα το τόξο έχει διαφορετικά επίπεδα εκκίνησης. Όλες αυτές οι ιδιομορφίες των γεφυριών σχετίζονται με τις εδαφικές συνθήκες της κάθε περιοχής, στις οποίες αναγκαστικά υποτασσόταν και προσαρμοζόταν ο τεχνίτης, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να τις εκμεταλλευτεί..
Η κατασκευή ενός επί πλέον τόξου πάνω στο κύριο, με μικρότερες πέτρες αυτή τη φορά. αποτελεί μια ακόμα ιδιαιτερότητα που συναντάμε από περιοχή σε περιοχή. Το τόξο αυτό συνέβαλε στην επιπλέον σταθερότητα του οικοδομήματος και χτιζόταν έτσι ώστε να προεξέχει λίγο από το σώμα του γεφυριού, τονίζοντας με τον τρόπο αυτό την λυγεράδα του.
Σαν υλικό για την κατασκευή του τόξου προτιμούνταν οι πλάκες από σχιστόλιθο. Αυτές διαμορφώνονταν έτσι που να έχουν τραπεζοειδές σχήμα και χτίζονταν η μία δίπλα στην άλλη, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζεται ένα ισόπαχο τόξο. Στις περιπτώσεις που η περιοχή δεν είχε κατάλληλες πλάκες, τότε πελέκαγαν πέτρες εξ ολοκλήρου με το σφυρί και το καλέμι, όπως έγινε στο γεφύρι του Μανώλη.
Το χτίσιμο άρχιζε και από τις δύο πλευρές του τόξου ταυτόχρονα, για να ασκούνται οι πιέσεις πάνω στα καλούπια ισομερώς, ενώ δινόταν ιδιαίτερη προσοχή ώστε να τοποθετείται ανάμεσα στις πέτρες όσο το δυνατόν λιγότερη συνδετική ύλη. Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο, έπρεπε τα καμαρολίθια να είναι πολύ καλά πελεκημένα. Η εργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα επίπονη, χρειαζόταν προσοχή και τόση σχολαστικότητα ώστε ακόμα και οι έτοιμες πέτρες είχαν από τα πριν αριθμηθεί, για να τοποθετείται η κάθε μία τη θέση της, με απόλυτη ακρίβεια .
Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να αποφευχθούν στρεβλώσεις ή ανεπιθύμητα διαμήκη ανοίγματα του τόξου, συνδέανε τις δύο του πλευρές με σιδερένιες λάμες που εξείχαν κι εκεί βάζανε σφήνες, έτσι ώστε να αγκυρώνεται η λάμα πάνω στην τοιχοποιία. Αυτά ονομάζονταν τζανέτια ή τζινέτια .

Β. Το κλειδί.
Τα δύο τμήματα του τόξου, με την πρόοδο των εργασιών, έρχονταν να συναντήσουν το ένα το άλλο. Στο σημείο εκείνο, έπρεπε να τοποθετηθεί το «κλειδί», δηλαδή μία σφηνοειδής πέτρα, τις περισσότερες φορές αισθητά μεγαλύτερη και προεξέχουσα από τις υπόλοιπες πέτρες του τόξου. Η πέτρα αυτή, που έπρεπε να είναι από τελείως ομοιογενές υλικό, ήταν, ει δυνατόν, η καλύτερη πέτρα του εργοταξίου, η οποία θα «κλείδωνε» τα δύο τμήματα του τόξου. Η τοποθέτηση του κλειδιού στη θέση του ήταν αποκλειστικά έργο του πρωτομάστορα. Αυτός θα έλεγχε να είναι τέλειο και θα αναλάμβανε την ευθύνη να το τοποθετήσει στη θέση του. Η εργασία αυτή ήταν η πιο σοβαρή και η πιο επικίνδυνη. Μόλις το κλειδί εφάρμοζε στη θέση του, οι τεράστιες δυνάμεις που ανέπτυσσαν με το βάρος τους τα δύο τμήματα του τόξου συγκλίνανε και πλέον μεταφέρονταν προς τα έξω. Η σταθερότητα του γεφυριού τότε δοκιμαζόταν στην πράξη. Εάν η δουλειά είχε γίνει όπως έπρεπε, εκείνη την ώρα το τόξο κλείδωνε και πλέον είχε τελειώσει το κυρίως τμήμα της όλης προσπάθειας.
Πολλές είναι οι ιστορίες που διηγούνται τις κρίσιμες αυτές στιγμές. Στην πρώτη απόπειρα, για παράδειγμα, που έγινε να χτιστεί το γεφύρι του Μπαλτά στα Διπόταμα, μόλις ο πρωτομάστορας, ονόματι Κολοκύθας, έβαλε το κλειδί στη θέση του, το ημιτελές γεφύρι κατέρρευσε και παρέσυρε στο θάνατο τον Τζουμερκιώτη πρωτομάστορα και έναν εκ των βοηθών του, ονόματι Τσάτσο, από το διπλανό χωριό Δερμάτι.

Γ. Το γέμισμα.
Με το τελείωμα της κατασκευής του τόξου, κι αφού έμπαινε και το κλειδί στη θέση του, άρχιζε το «γέμισμα» του γεφυριού, η επιδομή. Ποια ακριβώς ήταν η εργασία αυτή, αναφέρουν στις διηγήσεις τους πολλοί παλιοί μαστόροι.
Το γέμισμα ήταν στην ουσία η κατασκευή ενός τοίχου, που πάταγε πάνω στο ήδη τελειωμένο τόξο κι ακούμπαγε στα πρανή της όχθης. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνταν οι δύο προσβάσεις του γεφυριού, οι οποίες είχαν ύψος και σχήμα τέτοιο που αποφάσιζε ο πρωτομάστορας. Σύμφωνα δε με μελέτες συγχρόνων γεφυροποιών 22 το γέμισμα, εκτός της πρόσβασης «συνιστούσε αναπόδραστη στατική αναγκαιότητα», δηλαδή βοηθούσε και στην ισορροπία των δυνάμεων που αναπτύσσονταν από το βάρος των υλικών και ολοκλήρωνε την στατική του επάρκεια. Όπως στην κατασκευή του τόξου, έτσι κι εδώ, το χτίσιμο γινόταν ταυτοχρόνως και από τις δύο μεριές, για λόγους ισορροπίας, κι όταν έφτανε στο επιθυμητό ύψος, εκεί κατασκευαζόταν το καλντερίμι του γεφυριού.
Για να στερεώσουν τις σκαλωσιές και να γίνεται εύκολα και ακίνδυνα η εργασία, προσαρμόζανε τα καδρόνια πάνω στην τοιχοποιία.. Όταν τέλειωνε η δουλειά και βγάζανε τα ξύλα, έμεναν στις πλευρές του γεφυριού οι τρύπες, οι σκαλότρυπες όπως λέγονται, που φαίνονται ακόμα και σήμερα σε πολλά γεφύρια .
Τα υλικά που χρησιμοποιούνταν στο γέμισμα ήταν τα ίδια με του τόξου. Εδώ όμως δεν χρειαζόταν οι πέτρες να είναι πολύ καλά δουλεμένες, διότι η κατασκευή αυτή δεν ήταν «φέρουσα», αλλά ένας τοίχος «πληρώσεως». Έτσι, στα περισσότερα γεφύρια της Ευρυτανίας, για το γέμισμα έχουν χρησιμοποιηθεί ακανόνιστες πέτρες που πολλές φορές έχουν χτιστεί χωρίς συνδετική ύλη, δηλαδή «ξερολιθιά». Υπάρχουν όμως γεφύρια που οι πέτρες του γεμίσματός τους είναι πολύ καλά δουλεμένες και έχουν εξαγωνικό κυρίως σχήμα, όπως συμβαίνει, στα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού.
--
22. Εισήγηση Αρίσταρχου Σπ. Οικονόμου (Καθηγ. Πανεπιστημίου Πατρών)
κατά τη διάρκεια του Γ’ Ευρυτανικού Επιστημονικού Συνεδρίου στο Καρπενήσι 17 – 19 Μαϊου 1996, με θέμα: «Οι Πέτρινες Γέφυρες Μανώλη και Τατάρνας», Η Εισήγηση βρέθηκε στο site : www. Photostelios. gr / Evritania /Gef-Manoli. htm

Δ. Τα πεζούλια και οι ακράδες.

Σε πολλά γεφύρια, το ύψος όπου ανέβαινε το τόξο ήταν τέτοιο που προκαλούσε στον κάθε περαστικό σάστισμα και δέος. Επίσης, ο δυνατός αέρας που φυσούσε και το βουητό του νερού από κάτω, πολλαπλασίαζαν τον δισταγμό του, διότι αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο που διέτρεχε, αν τολμούσε να περάσει το γεφύρι με τις συνθήκες αυτές. Έτσι λοιπόν για να μετριαστούν αυτοί οι φόβοι, όταν τελείωνε το γέμισμα και σχηματιζόταν πλέον το καλντερίμι της ράχης, οι χτιστάδες πρόσθεταν προστατευτικά πεζούλια ή ακόμα και μια σειρά από όρθιες πέτρες κι από τις δύο πλευρές, οι οποίες έφταναν από την μία άκρη του γεφυριού μέχρι την άλλη. Τα πεζούλια είχαν πάχος περίπου μισό μέτρο, έτσι που να χρησιμεύουν και για την ανάπαυση των κουρασμένων ταξιδιωτών, και περίπου το ίδιο ύψος. Ποτέ το ύψος τους δεν ήταν μεγαλύτερο, για να μπορούν να διέρχονται απρόσκοπτα τα φορτωμένα ζώα κι επίσης για να μην επιβαρύνεται με περιττό βάρος η όλη κατασκευή.
Γεφύρια με πεζούλια στην Ευρυτανία βρίσκουμε πολλά , όπως το Πετρογέφυρο στα Άγραφα, της Παναγίας στο Ραυτόπουλο, το γεφύρι του Τόρνου κ.ά. Επίσης, υπάρχουν γεφύρια που αντί για πεζούλια έχουν πάνω στη ράχη τους μία σειρά από όρθιες πέτρες που ονομάζονται «ακράδες», ενώ σε ορισμένα χωριά της Ευρυτανίας τις λένε «φλάχτρες». Τα γεφύρια αυτά, όπως η Κατούνα της Βίνιανης ή το Πάνω γεφύρι της Χρύσως, είναι και τα πιο όμορφα, λόγω του ότι οι πέτρες αυτές συνθέτουν μια ανισόπεδη «δαντέλα» πάνω στη ράχη τους.
Οι ακράδες των γεφυριών, για κάποιο λόγο που σήμερα δεν γνωρίζουμε, είχαν ταυτιστεί στο παρελθόν παραδόξως με τη μητρότητα και την τεκνοποίηση. Σύμφωνα λοιπόν με ορισμένες προλήψεις που επικρατούσαν στα χωριά μας και που από χωριό σε χωριό έχουν πολλές παραλλαγές, όταν μία γυναίκα έμενε έγκυος και στη συνέχεια έχανε το παιδί της πριν τη γέννα, πήγαινε στο κοντινότερο γεφύρι και έριχνε μία ακράδα στο ποτάμι για να σκοτώσει το «στοιχειό» και τη «λάμια» που της πήραν το παιδί. Στη συνέχεια, καθόταν επάνω στο γεφύρι κι έκλαιγε μέχρι «που να ραγίσουν οι πέτρες του».

Ε. Τα στολίδια.
Με την διαδικασία, που μέχρι τώρα περιγράψαμε, χτίστηκαν τα περισσότερα γεφύρια στον τόπο μας. Πάνω σε ορισμένα όμως απ’ αυτά, βρίσκουμε διάφορα διακοσμητικά στοιχεία, που τις περισσότερες φορές δεν έχουν να κάνουν με την ευστάθεια του κτίσματος, αλλά εξυπηρετούν καθαρά τις αισθητικές αναζητήσεις και το προσωπικό μεράκι του κατασκευαστή τους.
Στο τρίτοξο γεφύρι στις Νεράτες της Δάφνης και στο πεσμένο πλέον γεφύρι του Δεσπότη υπάρχουν μικρές «κόγχες» 23 μέσα στις οποίες ήταν τοποθετημένες οι κτητορικές τους πλάκες. Στο ίδιο πάλι γεφύρι στις Νεράτες, αλλά και στα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού, κατά μήκος των πλευρών τους υπάρχουν «γείσα» από πελεκητή πέτρα τραπεζοειδούς μορφής, που προεξέχουν από αυτές και λειτουργούν σα «νεροχύτες», έτσι ώστε να μην τρέχουν τα νερά της βροχής πάνω στα τοιχώματα και, με τις παγωνιές, προξενηθούν φθορές στην τοιχοποιία.
Στα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού, βλέπουμε τα πολύ χαρακτηριστικά αμβλυγώνια πέτρινα τελειώματα που υπάρχουν πάνω στα πεζούλια, εκεί όπου αυτά αλλάζουν κλίσεις. Σε άλλα γεφύρια, υπήρχαν εντοιχισμένες πλάκες που με λαξευμένα γράμματα έδιναν στοιχεία για το έτος κατασκευής, το χρηματοδότη τους ή περιγράφανε το πώς και το γιατί έγινε το γεφύρι. Οι περισσότερες, αν όχι όλες από αυτές τις πλάκες, έχουν πια χαθεί..
Παλιότεροι όμως περιηγητές αναφέρονται σ’ αυτές κι έτσι γνωρίζουμε ότι, για παράδειγμα, στο γεφύρι του Μανώλη μία τέτοια πλάκα που ήταν τοποθετημένη πάνω του έγραφε: «εκτίσθη το 1659. Οι κτίτορες Δημήτριος και Μανώλης». Στο γεφύρι του Δεσπότη υπήρχαν δύο τέτοιες πλάκες που έγραφαν: «αωιη΄ ιδ’ Ιουλίου ωκοδομηται η γέφυρα η εν τη υπερωρία της ράχεως του αγίου Δημητρίου δια φυλοπόνου δαπάνης του πανιερωτάτου και θεοφιλεστάτου Αγίου Λιτζάς και Αγράφων κυρ Δοσιθέου του εκ Σοφάδων της Θετταλίας, ού η μνήμη αιώνιος. Έκτοτε την προσηγορίαν έσχε: γέφυρα του δεσπότου καλείσθαι». Στην Καμάρα των Δομιανών υπήρχε η ανάγλυφη επιγραφή «Α.Φ.Ι.», δηλαδή 1510, και στο κλειδί του γεφυριού του Καλόγερου στον Άγιο Νικόλαο είναι χαραγμένο το έτος κατασκευής του: «1904».
--
23. Κόγχη: Κοίλωμα σε τοίχο, στα γεφύρια σχηματίζονταν κατά τη διάρκεια του χτισίματος και εκεί τοποθετούσαν κτητορικές πλάκες ή εικονίσματα .

ΤΟ ΟΝΟΜΑ.

Το όνομα που έχει το κάθε γεφύρι και με το οποίο είναι μέχρι σήμερα γνωστό, είναι στενά δεμένο με την ιστορία και τις συνθήκες κατασκευής του. Πολλά είναι τα γεφύρια που φέρουν απλά το όνομα της περιοχής στην οποία είναι χτισμένα (Γεφύρι του Νόστιμου, γεφύρι στο Παπαρούσι). Άλλα, έχουν το όνομα κάποιου παρακείμενου κτίσματος (γεφύρι του Μύλου) κι άλλα, το όνομα του κτήτορά τους (γεφύρι του Ξερολύκου), ενώ άλλα ονόματα περιγράφουν το κτίσμα (Πετρογέφυρο, Ψηλό γεφύρι). Αρκετές είναι δε οι περιπτώσεις που, το όνομα αυτό στη συνέχεια δίνεται σ’ όλη τη γύρω περιοχή, όπως «Τέμπλα» στον Αχελώο. Παρόλα αυτά, δεν είναι απόλυτο ότι το όνομα που έχει σήμερα ένα γεφύρι το είχε και πάντα. Είναι ένα στοιχείο που με το πέρασμα του χρόνου καμιά φορά αλλάζει ή παραφράζεται .
Σε ορισμένα, η ονομασία που τελικά επικρατεί, ενδέχεται να είναι κάποιου μυλωνά που είχε το μύλο του κοντά στο γεφύρι ή του τεχνίτη που για τελευταία φορά το επισκεύασε. Το αρχικό όνομά τους όμως, ενδέχεται να ήταν διαφορετικό. Τέτοια παραδείγματα έχουμε αρκετά στα γεφύρια της Ηπείρου24. Πολύ πιθανό λοιπόν, μία τέτοια μετονομασία σε γεφύρι να έγινε κι εδώ με το πέρασμα του χρόνου.
Στην αναλυτική παρουσίαση των γεφυριών της Ευρυτανίας, θα αναφερθούμε στο πώς και το γιατί πήρε το όνομά του το κάθε γεφύρι .
--
24. Σπύρου Μαντά, «Τα Ηπειρώτικα Γεφύρια»

Ο ΠΕΡΙΒΑΛΛΩΝ ΧΩΡΟΣ.

Η τοποθεσία που χτιζόταν ένα γεφύρι ήταν, πολλές φορές, το μοναδικό σημείο που μπορούσε κάποιος να περάσει το ποτάμι, για να πάει από το ένα χωριό στο άλλο. Έτσι, τα γεφύρια αποτέλεσαν τον πόλο ανάπτυξης διαφόρων οικονομικών δραστηριοτήτων κι έγιναν το κέντρο μιας οικονομίας που είχε σα στόχο την αξιοποίηση του «περάσματος». Βρίσκουμε λοιπόν, κοντά σε γεφύρια, τις περισσότερες φορές ερειπωμένα σήμερα, χάνια, νερόμυλους, μαντάνια, νεροτριβές και υδροπρίονα.. Τα χάνια κτίζονταν εκεί για να επωφεληθούν από το πέρασμα του κόσμου, ενώ τις υπόλοιπες κατασκευές τις έφτιαχναν διότι, εκτός της πολυκοσμίας, υπήρχε στα σημεία αυτά και άφθονο νερό, αναγκαίο για την παραγωγή ενέργειας και κίνησης.

Α. ΤΑ ΧΑΝΙΑ.

Μία επικερδής επιχείρηση στις περιοχές κοντά στα γεφύρια ήταν η κατασκευή και η λειτουργία χανιών, ανάμεσα στ’ άλλα και απαραίτητος σταθμός για τους ταξιδιώτες,. Πολυσύχναστα χάνια υπήρχαν κοντά σε μεγάλα και ονομαστά γεφύρια, όπως το χάνι που βρισκόταν δίπλα στο γεφύρι του Μανώλη ή το χάνι του Μπαλτά.
Τα χάνια, την εποχή του 17ου έως και του 19ου αιώνα, στην οποία αναφερόμαστε, ήταν κάτι σαν τα σημερινά πανδοχεία. Προσφέρανε πολλές υπηρεσίες στους ταξιδευτές, όπως προστασία από τους ληστές και τους κλέφτες, πληροφορίες για την κατάσταση των δρόμων, φαγητό και ύπνο στους εξαντλημένους οδοιπόρους, περιποίηση και σανό για τα υποζύγια. Τέλος, χρησίμευαν σαν τόπος αντάμωσης που μπορούσε κανείς να περιμένει ή να συναντήσει γνωστούς και φίλους.
«Τα παλιότερα χρόνια, πριν γίνουν οι αμαξιτοί δρόμοι», διαβάζουμε για τα παλιά χάνια, «τη συγκοινωνία της ενδοχώρας από τα λιμάνια και τους σταθμούς των τραίνων την εκτελούσαν τα υποζύγια. Από την έδρα του νομού και της επαρχίας ξεκινούσαν τα καραβάνια των μουλαριών για τις πόλεις και τα χωριά . Από μέσα από τα Γιάννενα προπολεμικά, ξεκινούσαν τα μουλάρια για το Μέτσοβο, για το Ζαγόρι, τη Ζίτσα την Παραμυθιά, για τα χωριά των Τζουμέρκων, πορεία δυο ημερών.
Άλλη τόση απόσταση, στα παλιά χρόνια, χώριζε το Καρπενήσι από τη Λαμία και το Αγρίνιο.
Τώρα περνάει παντού η ρόδα στους καινούργιους αμαξόδρομους, που άνοιξαν τα σύγχρονα μεγαθήρια της μπολτόζας, των γκρέϊντερ και τα εκρηκτικά μηχανήματα των κομπρεσέρ, με τα οποία σχίζουν τους βράχους στις ποταμιές και τ’ άγρια στεφάνια των βουνών μας. Έτσι οι παλιές δημοσιές που ακολουθούσαν τα καραβάνια εγκαταλείπονται. Οι πιο πολλές ρήμαξαν και χορτάριασαν.
Μαζί τους ρήμαξαν κι’ οι περίφημοι σταθμοί των καραβανιών, τα χάνια.
Ήσαν τα λιμάνια των καπετάνιων της ξηράς, των κερατζήδων. Σ’ αυτά ο στρατοκόπος, ο ταξιδιώτης έκανε τη στάση του, για να ξαποστάσει από την κούραση της πορείας. Κι’ είχαν διαλέξει για τους σταθμούς αυτού, τα χάνια, τις πιο όμορφες και γραφικές θέσεις της εξοχής. Απαγκιασμένα μέσα στην πράσινη λόχμη της ποταμιάς με τα θεόρατα πλατάνια ή ψηλά στ’ αγναντερά διάσελα, δίπλα σε γάργαρες βρύσες και κεφαλάρια, κοντά σε πηγές με πέτρινες κούπες, για να γεύονται το νερό διαβάτες και υποζύγια .
Το καλοκαίρι με τα λιοπύρια, το χειμώνα με τα χιόνια και τα δρολάπια, στα χάνια ορμούσαν οι αγωγιάτες κι’ οι ταξιδιώτες για να χαρούν εκεί τη δροσιά και τη θαλπωρή.
Ο Χατζής είχε πάντοτε το κουμάντο του. Άφτονη τροφή – χόρτο, άχυρο, τριφύλλι – για τ’ άλογα και τα μουλάρια, γεμάτα τα κρασοβάρελα και το λεβητοστάσιο της φασουλάδας για τους ξένους. Το λιτό έδεσμα του χανιού είχε γίνει παροιμιώδες. Ανεξάντλητο σαν τη βιβλική βάτο, τη «φλεγόμενη και μη καιόμενη» του όρους Σινά:

Καλαμπόκι στο χάνι
νερό στη ... φασουλάδα .

Δίπλα στην ποταμιά είχε πολλές φορές το ποτιστικό του τριφυλλοχόραφο ο χατζής και μοσχοπωλούσε την παραγωγή του στα καραβάνια. Ήτανε ο καλύτερος νοικοκύρης απ’ όλους τους εξοχίτες, όπως επίσης οι κερατζήδες με τα πολλά υποζύγια. Ήσαν οι καπετάνοι της ξηράς στους οποίους γίνονταν πανηγυρική υποδοχή στα χάνια»...
... «Ο Χατζής αποτελούσε το Πρακτορείο ειδήσεων για την ενημέρωση της περιοχής, όπως μας βεβαιώνει ο τραγουδιστής των «Βουνών» Αθάνας.
9. Ήθελα να ήμουνα χατζής να κάθομαι στη στράτα
και να νταραβερίζομαι τον κόσμο π’ αραδίζει,
να τα μαθαίνω πρώτα εγώ της χώρας τα μαντάτα,
να ξέρω σ’ όλα τα χωριά ποιά κότα κακαρίζει . . . .
Ο ίδιος ο Αθάνας συνεχίζει την αφήγηση της παλιάς υπαίθριας ζωής των χατζήδων.
9. Νάχα φτηνό ξενόκρασο να πίνουν οι αγωγιάτες
να μην πολυπροσέχουνε στο ζύγι το τριφύλλι
μα για τις αγωγιάτισσες – ρούσσες και μαυρομάτες –
όλα ναν’ τάχω βερεσέ, να μαστε πάντα φίλοι . . .» 25
Πληροφορίες και στιγμιότυπα για τα χάνια και τους χαντζήδες της περιοχής μας, βρίσκουμε σε διάφορες τοπικές εκδόσεις και βιβλία, ενώ πάμπολλες είναι οι διηγήσεις των παλιότερων που φτάνουν στ’ αυτιά μας . Για τον χαντζή που είχε χάνι δίπλα στο γεφύρι του Μανώλη, διαβάζουμε 26 ότι λεγόταν μπάρμπα Κολιός και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζε, αν όχι το μεγαλύτερο, ήταν οι όμορφες κόρες του, που προσπαθούσαν να τις ξελογιάσουν όλοι οι αρσενικοί της περιοχής ...
Ονομαστά χάνια στην Ευρυτανία ήταν: το χάνι του Μπαλτά κοντά στο ομώνυμο γεφύρι και πάνω στο δρόμο των προσκυνητών για τον Προυσό, που λειτουργούσε ως το 1990 περίπου, το χάνι «στ’ Λιβανή», κοντά στο γεφύρι της Βίνιανης , του Γ. Κοντογούνη στη Βαρβαριάδα, του Βλάχου, του Ρούμπα Ντάλλα, του Καρδαρά στο Μικρό Χωριό, του Νασιώκα, του Καρανάσου στο δρόμο από το Στένωμα στο Καρπενήσι 27, καθώς και πολλά χάνια μέσα ή κοντά στα χωριά. Στην κάτω Καρίτσα, δίπλα στο γεφύρι του Μύλου,28 βρίσκονταν τα χάνια του Κονταξή (Δημήτρη Δήμου) - το οποίο αργότερα διατήρησε ο θετός γιος του Δημήτρης Ξοϊνης - και του Δημητρίου Δημόπουλου στην τοποθεσία «Πλάϊα». Τα χάνια της Κουτσουκάλους (Δημ. Κουτσουκάλης) και της Ρήνους (Βασ. Σερπάνου) στο χωριό Στένωμα 29 καθώς και το χάνι, που διατηρούσε ο Χρήστος Μουτσώκος, δίπλα στο γεφύρι της Τέμπλας μέχρι τις μέρες μας.
Ένα από τα μεγαλύτερα και πιο διάσημα χάνια της εποχής εκείνης ήταν του Καροπλεσίτη, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής Νέας Βίνιανης. Κάποια χρονική περίοδο, το εκμεταλλευόταν ο μπάρμπα Γιώργος, ο οποίος μόλις έβλεπε κανέναν να έρχεται απ’ τη μεριά του Καρπενησιού φώναζε: «Καλώς τον, καλώς τον. Έφερες καμιά εφημερίδα;». 30 Το χάνι αυτό το κάψανε οι Ιταλοί στην Κατοχή.
Μία έκφραση που ακούγεται στην περιοχή είναι: «Καλή αντάμωση στου Σκορδά το χάνι» και λέγεται όταν πιστεύεις ότι κάποιον θα αργήσεις πολύ να τον ξανασυναντήσεις. Φαίνεται βέβαια, από την έκφραση αυτή, ότι τα χάνια, σα σημεία συνάντησης και επικοινωνίας στις παλιότερες εποχές, ήταν πολύ σημαντικά, εκεί κλείνονταν όλα τα «ραντεβού», από εκεί περνούσαν άνθρωποι, ιδέες, ειδήσεις και εμπορεύματα.
Σήμερα, τα περισσότερα χάνια είναι σωροί ερείπιων, αφού οι δρόμοι άλλαξαν τη ρότα τους και η χρήση του αυτοκινήτου έκανε πλέον τα ταξίδια σύντομα και άνετα. Πολλοί όμως ακόμα τα θυμούνται με νοσταλγία, ιδίως αυτοί που κάποτε έφαγαν και ζεστάθηκαν σε κάποιο απ’ αυτά .
--
25. Σεραφείμ Κ. Τσίτσα, «Ελληνική ζωή και φύση», Κεφ. «Τα παλιά χάνια»
26. Στέφανος Γρανίτσας, «Τα άγρια του βουνού και του λόγγου», Κεφ. «Η αγριόγατα»
27. Δ . Λουκόπουλου, «Στ’ Άγραφα. Ένα ταξίδι», Σελ. 185
28. Κων/νου Α. Μπακατσιά, «Η Καρίτσα Καρπενησίου»
29. Εφημερίδα «Στένωμα Ευρυτανίας», Άρθρο του κ. Κώστα Χ. Βλάχου «Τα
τοπωνυμία του χωριού»
30. Δημ. Γούλα, Η Ευρυτανία και τα προβλήματά της, Σελ. 97

Β. ΟΙ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ.

Εκτός από τα χάνια, κοντά σε γεφύρια στην περιοχή της Ευρυτανίας, συναντάμε κι αρκετούς νερόμυλους, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται ακόμα και σήμερα σε λειτουργία. Οι λόγοι, ας θυμηθούμε, που χτίζονταν οι μύλοι κοντά στα γεφύρια ήταν δύο. Το γεφύρι ήταν πέρασμα και έτσι πολύς κόσμος μπορούσε να εξυπηρετηθεί εύκολα. Κυρίως όμως, ευνοούσε η μορφολογία της περιοχής των γεφυριών καθώς συνήθως, ήταν στενά σημεία ποταμών με πλαγιές και βράχια μεγάλου ύψους από πάνω τους, όπου οι συνθήκες κατασκευής και λειτουργίας ενός νερόμυλου ήταν οι ιδανικές. Επειδή, για την λειτουργία τους, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει νερό που να πέφτει από μεγάλο ύψος, οι ιδιοκτήτες αξιοποιούσαν τις περιοχές που είχαν αυτό το χαρακτηριστικό κι έχτιζαν εκεί τους μύλους.
Σαν κτίσμα, ο νερόμυλος δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Είναι ένα μικρό καλύβι που αποτελείται από δύο δωμάτια.. Το κυρίως δωμάτιο είναι ο χώρος που υπάρχουν οι μυλόπετρες και γίνονται όλες οι εργασίες του αλέσματος, καθώς και η προσωρινή αποθήκευση των σάκων. Δίπλα σε αυτό το δωμάτιο, υπάρχει ο χώρος που ο μυλωνάς τον χρησιμοποιεί σα δικό του κατάλυμα .
Αυλάκια μεταφέρουν με φυσική ροή το νερό, από κάποιο ψηλότερο σημείο του ποταμού και το οδηγούν σε πτώση μέσα στην Κάλανη 31 , από ύψος περίπου τριών έως τεσσάρων μέτρων. Η ορμητική αυτή πτώση μέσα απ’ το Σιφούνι και πάνω σε μία ειδικά κατασκευασμένη φτερωτή, δίνει κίνηση στις μυλόπετρες. Αυτές ήταν συμπαγείς και κυλινδρικές πέτρες με διάμετρο ένα έως ενάμιση μέτρο περίπου και ύψος γύρω στα 40 εκατοστά. Στο κέντρο τους, ένας άξονας τις κρατούσε πάντα τη μία πάνω στην άλλη, έτσι που όταν περιστρέφονται πάνω στη Χελιδόνα, να θρυμματίζουν οτιδήποτε έπεφτε ανάμεσά τους.
Τα δημητριακά, για να αλεσθούν, τοποθετούνταν στην Καρούτα και ρίχνονταν από μία ειδικά φτιαγμένη τρύπα ανάμεσα στις μυλόπετρες, μετά το αλεύρι συγκεντρώνονταν από το μπροστινό μέρος που το πέταγε η φυγόκεντρη δύναμη της περιστροφής. Εκεί το τοποθετούσαν σε σάκους και ήταν έτοιμο πλέον να μεταφερθεί. Το νερό, μετά την κίνηση που έδινε στη φτερωτή, περνώντας κάτω από το Ζώριο, το οδηγούσαν με αυλάκια – Μπλάβλακα - πάλι σε μια νέα δεύτερη πτώση, όταν οι κλίσεις του εδάφους το επέτρεπαν. Εκεί, φτιάχνονταν άλλες υδροκίνητες κατασκευές, όπως τα μαντάνια και οι νεροτριβιές.
Ο μυλωνάς, εκτός από την δουλειά του στο μύλο είχε και ως καθήκον τη συντήρηση των μονοπατιών, έτσι ώστε τα ζώα με τα φορτώματα να έρχονται και να φεύγουν με ασφάλεια από το μύλο του. Αν κοντά υπήρχε και γεφύρι, τότε αναλάμβανε και την συντήρηση αυτού. Αν φεύγανε πέτρες, αν ξηλωνόταν το καλντερίμι του ή αν έπεφταν οι ακράδες, αυτός είχε συμφέρον να αποκαταστήσει τις ζημιές. Οι υπηρεσίες που προσφέρανε οι μυλωνάδες στα γεφύρια , στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν σωτήριες και γι’ αυτό αρκετά είναι τα γεφύρια που παίρνανε στη συνέχεια τα ονόματα των μυλωνάδων – συντηρητών τους .
Αυτή η συνήθεια της μετονομασίας των γεφυριών ήταν αρκετά διαδεδομένη στην Ήπειρο. Στην Ευρυτανία, κατά μία εκδοχή, το γεφύρι του Μανώλη πήρε το όνομά του απ’ το μυλωνά του παρακείμενου μύλου, Μανώλη, ενώ στο Κλαψί το γεφύρι που υπάρχει λέγεται «Καμάρα» και κατ’ άλλους «Καμάρα στου Ξεκάρφωτου το Μύλο».
Νερόμυλους συναντάμε πάρα πολλούς, τις περισσότερες φορές ερειπωμένους, όπως δίπλα στα γεφύρια του Τόρνου, της Ανηφόρας, στου Μπούχαλη, στο γεφύρι του Κάντζιου, του Μαραθιά, του Μοναστηρακίου κ.α. Στην περιοχή Κάμινες της Βράχας, κοντά στο γεφύρι που υπήρχε εκεί ήταν ο νερόμύλος του καλόγερου Χασιώτη 32, ο οποίος ανήκε στο μοναστήρι της Βράχας (βακούφικος). Ο μύλος αυτός, που σήμερα είναι μόνο ερείπια, εκτός από τα δημητριακά του μοναστηριού άλεθε και τα δημητριακά και των υπολοίπων κατοίκων της περιοχής, έτσι η μονή καρπωνόταν τα αλεστικά..
Υπάρχουν όμως και νερόμυλοι που ακόμα σώζονται, χωρίς να δουλεύουν, όπως δίπλα στα γεφύρια του Δεσπότη – ο ονομαστός μύλος του Θεμελή -, της Καρίτσας, στην Καμάρα Κλαυσίου, στο Πετρογέφυρο των Αγράφων, ενώ ο μύλος του Στενώματος, είναι ο μοναδικός στην Ευρυτανία νερόμυλος κοντά σε γεφύρι, που έχει ανακαινισθεί και λειτουργεί.
--
31. Τα μέρη του νερόμυλου:
Κάλανη ή Κάλανος: Ο μεγάλος κάδος του νερόμυλου, φαρδύτερος επάνω και στενότερος κάτω, που καταλήγει στο σιφούνι, απ’ όπου βγαίνει το νερό με πίεση μεγάλη και περιστρέφει τη φτερωτή.
Ζώριο: Λέγεται το κάτω μέρος του νερόμυλου με την καμάρα απ’ όπου εκσφενδονίζεται το νερό από τη φτερωτή.
Καρούτα: Σκάφη τοποθετημένη επάνω από την μυλόπετρα, όπου βάζουν το γέννημα για να το αλέσουν στο νερόμυλο
Μπλάβλακο: Αυλάκι του μύλου που έχει πολύ νερό
Σιφούνι: Πρόσθετη ξύλινη μπούκα, στόμιο στη βάση της κάναλης του νερόμυλου από την οποία εκσφενδονίζεται το νερό με πίεση και κινεί τη φτερωτή του μύλου
Χελιδόνα: Εξάρτημα σιδερένιο τοποθετημένο κάτω απ’ την μυλόπετρα στην κορφή του άξονα της φτερωτής για να περιστρέφει τη μυλόπετρα
Οι ιδιωματισμοί και οι επεξηγήσεις τους προέρχονται από το βιβλίο του κ. Δημ. Γιαννακού «Το χθες του Μεγάλου Χωριού» Σελ. 114 – 121
32. Β. Ν. Μαντούζα «Η Βράχα», Σελ. 54