Η κοιλάδα του Αχελώου, είναι η τέταρτη κατά σειρά περιοχή που εξετάζουμε. Σ’αυτή, περιλαμβάνεται μια αρκετά μεγάλη έκταση, η οποία όμως δεν ανήκει όλη στο νομό Ευρυτανίας. Έτσι, το κομμάτι της κοιλάδας αυτής που θα μας απασχολήσει, περικλείεται ανατολικά από τις Αγραφιώτικες κορφές Nτελιδίμι (2.163), Φτέρη (2.128), Λιάκουρα (2.043), Καλόγηρος (1.716), Φούρκα (1.570), Νεραϊδορράχη (1.070) και Προφ. Ηλίας (765) και δυτικά από τον ποταμό Αχελώο. Αρκετοί χείμαρροι και ποτάμια, ξεκινούν το ρου τους από τις κορφές αυτές και αφού διατρέξουν κάθε πτυχή της περιοχής, χύνονται στον Αχελώο, ο οποίος είναι το δεύτερο σε μήκος ποτάμι της Ελλάδας. Ο Αχελώος ή Άσπρος ή Ασπροπόταμος, πηγάζει από το βουνό Περιστέρι ή Λάκμος (2.295 μ.) κοντά στο Μέτσοβο και έχοντας διασχίσει τους νομούς Ιωαννίνων, Τρικάλων, Άρτας, Καρδίτσας, Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας, σε μήκος διακοσίων είκοσι (220) χιλιομέτρων περίπου, εκβάλλει στο Ιόνιο κοντά στο Μεσολόγγι. Το ποτάμι αυτό, από τα πρώτα ιστορικά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, αποτελεί πηγή ζωής για όλους τους πληθυσμούς που κατοικούν δίπλα του. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο που την αρχαία εποχή λατρευόταν σαν θεός, ακόμα και σε μακρινές από αυτό περιοχές, όπως στην Αθήνα, στη Ρόδο και στη Σικελία. Το θεωρούσαν δε τέκνο του Ωκεανού και της Γης και πατέρα των Σειρήνων. Παράλληλα όμως με την ζωοδότρα δύναμή του, προκαλούσε και μεγάλες καταστροφές όταν πλημμύριζε. Ο αρχαίος άνθρωπος, λοιπόν, επηρεασμένος από την αμφίθυμη και ανεξέλεγκτη δύναμή του έπλασε τον μύθο του Αχελώου. Ο μύθος θέλει τον Ηρακλή να παλεύει με τον Αχελώο και να τον νικά. Είναι η αιώνια πάλη του ανθρώπου - δημιουργού με τα άλογα στοιχεία της φύσης, η προσπάθειά του να τη μετατρέψει σε πηγή δημιουργίας και πολιτισμού. Ο άνθρωπος Ηρακλής βγαίνει νικητής απ’ αυτή την αναμέτρηση, το ποτάμι παραδέχεται την ήττα του: «Την Δηϊάνειρα, κόρη του Αιτωλού βασιλιά Οινέα, τη ζήτησε σε γάμο ο Θεός - ποταμός Αχελώος. Η Δηϊάνειρα δεν ήτανε και τόσο ενθουσιασμένη απ’ την πρόταση αυτή. Την άκουσε, με μεγάλο φόβο. Τότε, παρουσιάστηκε και νέος μνηστήρας. Ήτανε ο Ηρακλής. Η δεύτερη πρόταση γέμισε χαρά την όμορφη κόρη. Όμως ο Αχελώος δεν παρεχώρησε την θέση του αμαχητί. Πιαστήκανε όπως λέμε στα χέρια και παλέψανε. Ο Αχελώος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται. Στην πάλη του με τον Ηρακλή, άρχισε με τη μορφή φιδιού και κατέληξε να παλεύει με σώμα ανθρώπου και πρόσωπο ταύρου, με δύο μεγάλα κέρατα. Σε μια στιγμή της πάλης, ο Ηρακλής, πιάνοντας τον Αχελώο από το κέρατό του, το έσπασε. Αυτό στάθηκε ικανό , ώστε ο Αχελώος να παραδεχθεί την ήττα του και να ανταλλάξει το σπασμένο του κέρατο με το κέρας της αφθονίας, ο Ηρακλής το δώρισε στο μετέπειτα πεθερό του βασιλιά των Αιτωλών Οινέα» 1 . Πράγματι, το κέρας της αφθονίας του Αχελώου είναι ακόμα και σήμερα γεμάτο. Και τι δεν παίρνουμε από το ποτάμι αυτό. Ηλεκτρισμό, νερό για αρδεύσεις, ψάρια, φερτές ύλες. Είναι μέσο μετακίνησης, επηρεάζει το μικροκλίμα της περιοχής, δίνει δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης και με τις πολλαπλές θετικές του επιδράσεις, αυξάνει ουσιαστικά το εισόδημα ενός αρκετά μεγάλου κομματιού του Ελληνικού λαού. Γίνεται όμως όταν αγριέψει και ο φοβερός αντίπαλος, το μεγάλο εμπόδιο, το αδιαπέραστο τοίχος. Πόσοι και πόσοι δεν έχασαν τη ζωή τους στην προσπάθειά τους να το διαβούν; Πόσος ιδρώτας και αίμα δε χύθηκαν για να υποταχθεί το θηρίο; Στην προσπάθεια αυτή, εντάσσεται και η κατασκευή το 1963 από την ΔΕΗ, του φράγματος των Κρεμαστών, στην περιοχή «Πήδημα του Κατσαντώνη» και η δημιουργία στη συνέχεια της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών ή λίμνης του Κατσαντώνη. Από τότε, ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της Ευρυτανίας, χάθηκε στα νερά, μαζί με ολόκληρα χωριά και με πολλά ιστορικά μνημεία. 2 Στο Ευρυτανικό τμήμα της κοιλάδας του Αχελώου, βρίσκεται ολόκληρη η περιοχή του τέως Δήμου Απεραντίων, που περιλαμβάνει τα χωριά: Κέδρα, Πρασιά, Ραυτόπουλο, Νέο Αργύρι, Λεπιανά, Λιθοχώρι, Γρανίτσα, Τοπόλιανα, Βελαώρα, Λιμέρι, Βούλπη, Παλιοκάτουνο και Τριπόταμος. Επίσης, την κοιλάδα αυτή την διαρρέουν αρκετά ποτάμια και ρέματα όπως ο Πλατανιάς, που είναι το φυσικό σύνορο Ευρυτανίας και Καρδίτσας, ο Ποτιστής ή Πρασιώτης, ο Λεπιανίτης, ο Γρανιτσιώτης και πάρα πολλά ακόμα μικρά ρέματα. Συνοπτικά τα πέτρινα γεφύρια που συναντάμε στην περιοχή αυτή της κοιλάδας του Αχελώου είναι: Της Τατάρνας, της Τέμπλας, του Αυλακιού,της Παναγίας, του Αγ. Νικολάου, το Γεφυράκι και τα πεσμένα του Ν. Αργυρίου, της Πάλιουρας, της Μεγάλης Πέτρας, στο Κουτσουράκι και του Κολυβά . Τα γεφύρια της περιοχής αυτής μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα γεφύρια που είναι χτισμένα πάνω στον Αχελώο και έχουν όλα μεγάλες διαστάσεις και η δεύτερη τα γεφύρια που βρίσκονται πάνω από χείμαρρους, παραπόταμούς του και είναι όλα μικρές καμαρούλες. -- ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 1. Θωμά Δ. Μποκόρου, «Η χώρα των Φαιάκων, Αιτωλία – Ακαρνανία» 2. Αρκετά μνημεία βρίσκονται σήμερα θαμμένα κάτω από τα νερά της λίμνης των Κρεμαστών. Κυριότερα από αυτά, η εκκλησία της Επισκοπής του 10ου αιώνα και το γεφύρι της Τατάρνας.
Το γεφύρι της Τατάρνας ή Μαρδάχας, είναι το μοναδικό γεφύρι της Ευρυτανίας που σήμερα είναι τελείως σκεπασμένο από τα νερά της λίμνης των Κρεμαστών, ακριβώς κάτω από την νέα γέφυρα της Τατάρνας που κατασκεύασε από το 1965 έως το 1970 ο μηχανικός Αρίσταρχος Σπ . Οικονόμου. Το βάθος στο οποίο είναι βυθισμένο το παλιό γεφύρι δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί, λόγω της συχνής αυξομείωσης της στάθμης της τεχνητής λίμνης. Σίγουρα, πάντως, το φαράγγι σε εκείνο το σημείο έχει βάθος περίπου εκατό,(100) μέτρα. 3
Έτσι όμως, δεν είναι δυνατόν να ξέρουμε αν το γεφύρι υπάρχει ακόμα ή έχει πέσει. Μένει μόνο η ελπίδα ότι ίσως κάποτε, ξαναρθεί στην επιφάνεια. 4 Για τον ίδιο λόγο, είναι αδύνατον σήμερα να εκτιμηθούν οι διαστάσεις του – εκτός του ύψους της καμάρας του, που γνωρίζουμε ότι ήταν είκοσι μέτρα - και γι’ αυτό, βασιζόμαστε σε περιγραφές παλιότερων περιηγητών, καθώς και σε φωτογραφίες που βγήκαν πριν τη βύθισή του.
Το γεφύρι της Τατάρνας, βρισκόταν επάνω σε έναν από τους κυριότερους δρόμους της εποχής μεταξύ του 16ου και του 19ου αιώνα. Συνέδεε την Ευρυτανία με το Βάλτο και μέχρι το 1911, που κατασκευάστηκαν τα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού, ήταν το μοναδικό πέρασμα του Αχελώου για ολόκληρη την περιοχή. 5
Το πότε κατασκευάσθηκε δεν το γνωρίζουμε. Ξέρουμε όμως ότι χτίστηκε λίγο μετά το στήσιμο του μοναστηριού της Τατάρνας, δηλαδή λίγα χρόνια μετά το 1556. 6
Μαζί με τα γεφύρια του Μανώλη και της Βίνιανης, ήταν τα κυριότερα σημεία διέλευσης των ταξιδιωτών, από τα μεγάλα ποτάμια Μέγδοβα, Αγραφιώτη και Αχελώου, που εμπόδιζαν πεισματικά την πορεία τους. Ο ανώνυμος λαός δε στάθηκε αχάριστος, αναγνώρισε την αξία αυτών των γεφυριών και τα έκανε τραγούδι:
«Από το Βάλτο κίνησα
να πάω στο Καρπενήσι,
να πάω του Μάρκου έγγραφα
απ’ το Σωτήρη Στράτο.
Και στην Τατάρνα ρώτησα
χαμπέρια για να μάθω
και τότε λίγο στάθηκα,
λίγο να ξανασάνω.
Τρία ποτάμια πέρασα,
τρία ψηλά γιοφύρια
και βγήκα πάνω στο βουνό,
ψηλά στον Αϊ Θανάση ...» 7
Το γεφύρι της Τατάρνας πήρε το όνομά το από το ομώνυμο χωριό που σήμερα ονομάζεται Τριπόταμος. Το δεύτερο όνομά του, που και μ’ εκείνο ήταν ευρύτατα γνωστό, το πήρε από την μεγαλύτερη πηγή που τροφοδοτεί με νερό τον Αχελώο, τη Μαρδάχα8, η οποία βρισκόταν δίπλα του και που, σύμφωνα με παλιότερους περιηγητές, «έμοιαζε με θάλασσα».9Διάφορες ιστορίες ακούγονται, ότι τάχα τα νερά της προέρχονται από τη λίμνη των Ιωαννίνων και συγκεκριμένα από την καταβόθρα της Νταμπάτοβας10, αλλά μάλλον ως θρύλοι πρέπει να αντιμετωπισθούν. Εξ άλλου, σε πολλές περιοχές της Ευρυτανίας ακούμε διηγήσεις για υπόγεια σύνδεση πηγών ή λιμνών με την λίμνη Παμβώτιδα, όπως συμβαίνει με τη μικρή λίμνη Λούτσα στο Βελούχι. Το σχήμα του γεφυριού μπορεί να περιγραφεί μόνο μέσα από παλιές φωτογραφίες που συναντάμε σε πολλά σχετικά βιβλία. Αυτές δείχνουν ότι ήταν μονότοξο, θεμελιωμένο ανάμεσα σε αρκετά ψηλά βράχια, με βάσεις που ακούμπαγαν το βάρος του γεφυριού μέσα στην κοίτη του Αχελώου και με τόξο οξυκόρυφο που δημιουργούσε μία αρκετά επικλινή και προς τις δύο πλευρές ράχη, προστατευμένη με πεζούλια. Οι προσβάσεις του ήταν μάλλον ανισόπεδες. Από την πλευρά της Τατάρνας, ένας τεράστιος κάθετος βράχος στήριζε το ένα του πόδι και η πρόσβαση γινόταν ομαλά με μια απαλή κλήση, ενώ από την πλευρά του Βάλτου η κατάβαση γινόταν με πιο απότομη κλήση, διότι η μορφολογία του εδάφους ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε την ομοιόμορφη κατασκευή και των δύο προσβάσεων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το καλντερίμι της ράχης του να έχει συνεχείς αναβαθμούς, ενώ τα προστατευτικά πεζούλια με ύψος περίπου μισό μέτρο το καθένα, διέτρεχαν όλο το μήκος του και από τις δύο πλευρές.
Δεν είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής του, ούτε και ποιοι ήταν οι τεχνίτες που ανέλαβαν το έργο. Τα μοναδικά στοιχεία που μπορεί κάποιος να βρει, είναι ορισμένες χρονολογίες σε επίσημα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτό. Έτσι, το γεγονός ότι στον κώδικα του μοναστηριού της Τατάρνας αναφέρεται το γεφύρι σαν όριο κάποιου χωραφιού που θα παραχωρούνταν στη μονή με ημερομηνία «1692 Σεπτεμβρίου 9», μας οδηγεί λογικά στο συμπέρασμα ότι το γεφύρι είναι παλιότερο της χρονολογίας αυτής. Στο ίδιο έγγραφο, αναφέρονται και οι τοποθεσίες Βλαχομιχάλη ή Λογγά, που πρέπει να βρίσκονταν εκεί κοντά. 11
Το γεφύρι αυτό ήταν αναπόσπαστα δεμένο με την ύπαρξη του Μοναστηριού της Τατάρνας, που βρίσκεται στην ευρυτανική όχθη του Αχελώου. Το κοινοβιακό και σταυροπηγιακό αυτό μοναστήρι στήθηκε από το 1550 έως το 1556 από τους ιερομόναχους Δαβίδ και Μεθόδιο 12 και μετά από πολλές περιπέτειες, πυρκαγιές, λεηλασίες και σεισμούς, επιβιώνει ως τις μέρες μας και αποτελεί ένα από τα κυριότερα προσκυνήματα της Ευρυτανίας. Η ιστορία του γεφυριού ταυτίστηκε με την ιστορία του μοναστηριού κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα δύο αυτά μνημεία να παραμένουν στη μνήμη των ντόπιων γερά δεμένα μεταξύ τους.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και στη συνέχεια στην περίοδο της Επανάστασης, το μοναστήρι ήταν το ορμητήριο κάθε επαναστάτη. Για το λόγο αυτό, οι κατακτητές στις συχνές επιδρομές εκδίκησης που έκαναν προς τα Άγραφα, το κατέστρεφαν. Έτσι, στις 22 του Μάρτη του 1821 ο Οδυσσέας Αντρούτσος μαζί με τον ηγούμενο της μονής Κυπριανό και τους άντρες τους, χτύπησαν τους Τούρκους πάνω στο γεφύρι προσπαθώντας να αποτρέψουν την καταστροφή του μοναστηριού. Αυτή η απόπειρα υπήρξε και το δεύτερο επαναστατικό χτύπημα στη Ρούμελη:
«.... Τότε αποφάσισαν σε ποιό μέρος θα πήγαινε ο καθένας τους, ώστε υπεύθυνα να οργανώσει και πραγματοποιήσει την επανάσταση. Έτσι ο Οδυσσέας Αντρούτσος ... ανέλαβε την υποχρέωση να ξεσηκώσει, μαζί με τους υπόλοιπους καπεταναίους, τη Ρούμελη.... Πήγε κατ' ευθείαν στο Ρούσικο Προξενείο όπου κουβέντιασε με τον πρόξενο Βαλασόπουλο και με τον δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό ..... όπως αναχωρήση αμέσως για τον Βάλτο ή το Ξηρόμερο ..... Αποφασισμένος να ξεσηκώσει έγκαιρα τη Ρούμελη ο Οδυσσέας, μόλις βγήκε στο Βάλτο, δηλ στις 19 του Μάρτη, αντάμωσε τον Βαρνακιώτη και τον Τσόγκα, για τους οποίους είχε πληροφορίες ότι ήσαν διστακτικοί να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να τους πείση, αν και στη συγκέντρωση της Λευκάδας δεν είχαν αντιρρήσεις. Ύστερα από αυτούς τράβηξε για τη Λεπενού όπου αντάμωσε τον Ισκο και μάζεψε και κάμποσα παλληκάρια. Αλλά και ο Ίσκος στάθηκε αδύνατο να πεισθή από τον Οδυσσέα για τη συμμετοχή του στην επανάσταση στις 25 του Μάρτη, που είχε καθοριστή. Πικραμένος αλλά πονηρός και αποφασισμένος ο μετέπειτα θρυλικός ήρως του Χανιού της Γραβιάς, απο τη Λεπενού τράβηξε κατ' ευθείαν για το μοναστήρι της Τατάρνας. Αν υποθέσουμε ότι διανυκτέρευσε στις 20 του Μάρτη στη Λεπενού, ασφαλέστατα το βράδυ της 21 του ίδιου μήνα, με τη μικρή ομάδα του ενόπλων πολεμιστών, που είχε συγκεντρώσει στη διαδρομή του από το Βάλτο, κοιμήθηκαν στο μοναστήρι. Εκεί πληροφορήθηκε ότι την επομένη, δηλ. στις 22 του Μάρτη, θα περνούσε απο το γεφύρι της Τατάρνας για το Μεσολόγγι ο Τουρκαρβανίτης Χασάνμπεης Γκέκας με ασκέρι ενόπλων συνοδών χρηματαποστολής απο 60 Τουρκαρβανίτες. Έχοντας και την ενίσχυση του γενναίου ηγουμένου του μοναστηριού Κυπριανού με δεκάδα ενόπλων μοναχών, ο Ανδρούτσος ετοποθέτησε έγκαιρα και κατάλληλα τα παλληκάρια του σε τούτο ακριβώς το χώρο, έτσι που προτού φθάσουν στο γεφύρι το παλιό, την καμάρα, οι Τουρκαρβανίτες, να βρεθούν βαλλόμενοι ανάμεσα σε δυπλά πυρά, δηλ. από εμπρός και πίσω τους. Οι Αρβανίτες στην αναπάντεχη αυτή ενέδρα τάχασαν και γι’ αυτό η άμυνά τους δεν βάσταξε πολύ και όταν προ παντός άρχισαν δεκάδες από αυτούς να πέφτουν νεκροί χάρη στην ευθυβολία των καριοφιλιών του Οδυσσέα και των συντρόφων του, και τον φόνο του αρχηγού των Τούρκων Χασάνμπεη Γκέκα. Οι ελάχιστοι που απέμειναν αναγκάστηκαν να σηκώσουν ψηλά τα χέρια ζητώντας έλεος από τον Ανδρούτσο για τη ζωή τους. Ο Οδυσσέας για να αποδείξη ότι ο αγώνας που άρχισε τώρα δεν ήταν ληστρικός, δεν ήταν αγώνας χρήματος, αλλά αγώνας απελευθερωτικός, αγώνας αρετής και μάλιστα της υπέρτατης αρατής, που ήταν η απόκτηση της ελευθερίας του υπόδουλου λαού, δεν επήρε τα χρήματα, αλλά αφήκε να μεταφερθούν στο Μεσολόγγι. Κάπου στο χώρο τούτον θα βρίσκωνται τα κόκκαλα των ενταφιασθέντων Τούρκων. Από τους Έλληνες δεν αναφέρθηκε καμμία στη ενέδρα αυτή απώλεια. Μόνο που μετά το γεγονός οι Τούρκοι έστειλαν στρατιωτικό απόσπασμα που λεηλάτησε το μοναστήρι και έκαψε τα κελλιά του». 13
Άλλο περιστατικό από την επανάσταση του ’21, που έγινε στη περιοχή και έχει με κάποιο τρόπο σχέση με το γεφύρι της Τατάρνας, είναι η «μάχη της Κορομπλιάς»:
« ... Η πορεία του Καραϊσκάκη απ' τ' Άγραφα μέχρι τη θέση της Κορομηλιάς δεν έγινε κατ' ευθείαν, γιατί το κατεβασμένο ποτάμι Αγαλλιανός, που είναι συνέχεια του Μέγδοβα και χύνεται στον Αχελώο, τον εμπόδισε. Χρειάστηκε λοιπόν να παρακάμψει το ποτάμι, πέρασε τον Αγραφιώτη απ' τη γέφυρα του Μανώλη κι’ από κεί κατευθείαν στη Τατάρνα, όπου πέρασε τον Αχελώο απ΄ την ομώνυμη γέφυρα, και βρέθηκε στο Βάλτο και στη συνέχεια απ’ τη θέση Κρεμαστά (στο γνωστό πήδημα του Κατσαντώνη) ξαναπέρασε ανάστροφα τον Αχελώο κι’ έτσι σε λίγο βρέθηκε και έπιασε τις θέσεις της Κορομηλιάς επάνω από τα Καραμανέϊκα στα 1100 μ. και κοντά στο χωριό Άγιος Βλάσιος ..... Μετά την φονική και νικηφόρα μάχη .... επέστρεψε στα Άγραφα , περνώντας πάλι από τα Κρεμαστά». 14
Ακόμα πιο πίσω, στα προεπαναστατικά χρόνια και συγκεκριμένα το 1804, πάνω στο γεφύρι της Τατάρνας σε μια σύγκρουση που είχαν οι Έλληνες με τον Γιουσούφ Αράπη σκοτώθηκε ο Κωσταντής Κοντογιάννης, αδελφός του Μήτσιου Κοντογιάννη και αιχμαλωτίστηκε ο γιος του Νικολάκης. 15
Στην περίοδο που ακολούθησε την απελευθέρωση, το γεφύρι της Τατάρνας αποτελούσε το σημείο διάβασης των ταξιδιωτών του Αχελώου και το μοναστήρι, το κατάλυμά τους. Σήμερα, το μεν γεφύρι βρίσκεται χαμένο στον υγρό του τάφο, το δε μοναστήρι εξακολουθεί να προσφέρει στην περιοχή όσα οι κτήτορές του όρισαν και οι επίγονοί τους πραγματοποιούν.
Όμως στα δύσκολα χρόνια της κατοχής πάνω στο γεφύρι πλέχτηκε ένα από τα κομμάτια της σύγχρονης ιστορίας μας, που όλοι οι Έλληνες θέλουν να ξεχάσουν. Κατά τη διάρκεια της αδελφοκτόνας σύγκρουσης μεταξύ του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ, τον Οκτώβριο του 1943, ένα τμήμα του ΕΔΕΣ με αρχηγό τον γιατρό Στ. Χούτα αποτελούμενο από 1000 άτομα, μετά από σύντομη ανταλλαγή πυρών με τμήματα του ΕΛΑΣ, απωθείται στο Βάλτο και στη συνέχεια διαλύεται.15'
Η επίσκεψη στην περιοχή πάνω από το βυθισμένο γεφύρι είναι εύκολη. Στο δρόμο από τη γέφυρα της Φτερόλακκας προς το Παλιοκάτουνο, συναντάμε τη διασταύρωση για τον Τριπόταμο. Τον ακολουθούμε για τριακόσια περίπου μέτρα μέχρι την πρώτη διασταύρωση δεξιά που οδηγεί στο Λογγίτσι και στη συνέχεια, στη νέα γέφυρα της Τατάρνας. Το μόνο που βλέπουμε πια εδώ, κάτω από τη γέφυρα είναι τα βράχια, στη ρίζα των οποίων είναι θεμελιωμένο το παλιό γεφύρι. Γύρω στα εκατό μέτρα δεξιά πάνω από τη γέφυρα, στην ευρυτανική όχθη, υπάρχει ένα τεράστιο βάραθρο, η «Τρύπα του Λυκόφορκου», το οποίο - σύμφωνα με διηγήσεις των ντόπιων - διοχετεύει ποσότητες νερού στην πηγή Μαρδάχα που βρίσκεται από κάτω του, χαμένη πια κι αυτή μέσα στα νερά της λίμνης. 16 Από εδώ, ο δρόμος συνεχίζει για τον Βάλτο κι από κει για την Αμφιλοχία.
-- 3. Τουριστικός οδηγός Ευρυτανίας 1971, Σελ. 147 4. Η ελπίδα αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι τεχνητές λίμνες δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Λόγω των φερτών υλικών, καλύπτεται ο πυθμένας τους και το βάθος τους μειώνεται. Γι’ αυτό, δεν είναι συμφέρουσα η εκμετάλλευσή τους. Τέτοιο παράδειγμα βρίσκουμε στην περιοχή του κάτω Όλυμπου, όπου η τεχνητή λίμνη του Νεζερού ( Ασκουρίς ) μετά από κάποια χρόνια, ξαναδόθηκε στην γεωργία. Όμως, η χημική σύσταση του εδάφους αλλάζει, από τη συνεχή επαφή με το νερό και έτσι δημιουργούνται τεράστιες περιοχές τις οποίες δε συμφέρει να εκμεταλλευθεί γεωργικά ο άνθρωπος. Αυτό είναι άλλωστε το τίμημα της «ανάπτυξης» και του «εξηλεκτρισμού». 5. Αυτό είναι αληθές, αν και δεν ξέρουμε την εποχή που έπεσε το γεφύρι του Κολυβά, που βρισκόταν κι αυτό στον Αχελώο μεταξύ των Βρουβιανών Βάλτου και της Δαφνούλας. 6. Από την εισήγηση του Ηγουμένου της Ι. Μ. Παναγίας Τατάρνης, Πατρός Δοσιθέου, με θέμα: «ΤΑΤΑΡΝΑ – ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ χάνια τριάντα δύο. Ήγουν σχέσεις Ι. Μ. Τατάρνης και Κων/πόλεως», στο συνέδριο ……. 7. Δημοσθένη Γ. Γούλα: «Προσκύνημα στη Ρούμελη» 8. Η Μαρδάχα, που στα Σλαβικά σημαίνει μεγάλη πηγή, βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Αχελώου και είναι η μεγαλύτερή του πηγή. Από αυτήν προέρχεται το 1/3 των υδάτων του ή 400 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο. 9. Τουριστικός οδηγός Ευρυτανίας 1971, Σελ. 147 10. Περιοδικό Κορφές, Τεύχος Νο 88 11. Τμήματα του κώδικα της Τατάρνας βρίσκονται στο βιβλίο του κ. Γεωργίου Κων. Χρυσικού: «Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας», Σελ. 109 12. Πάνου Ι. Βασιλείου: «Το μοναστήρι της Τατάρνας» 13. Περιοδικό Στερεά Ελλάς. Τεύχος Οκτωβρίου 1973, Άρθρο του ιστορικού κ. Πάνου Ι. Βασιλείου: «Το δεύτερο επαναστατικό προανάκρουσμα στη Ρούμελη από τον Οδυσσέα Αντρούτσο στο γεφύρι της Τατάρνας» 14. Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνού, «Η Παναγία της Επισκοπής», Σελ.12 15. Γιώργου Η. Βαρλάμη: «Ευρυτανία», Σελ. 158 15'. Διονύση Χαριτόπουλου: ''Άρης ο αρχηγός των ατάκτων'' Τόμος Β' σελ.149 16. Το βάραθρο αυτό είναι ανεξερεύνητο. Η ιστορία του είναι δεμένη με τις τραγικές ιστορίες του εμφύλιου πόλεμου.
Το γεφύρι της Τέμπλας βρίσκεται στον Αχελώο, και ενώνει τα χωριά Τοπόλιανα της Ευρυτανίας και Βρουβιανά του Βάλτου. Χτίστηκε το 1909 από τον Ηπειρώτη μάστορα Νικόλαο Σούλη, με χρηματοδότηση του Βαλτινού πολιτικού Νικολάου Στράτου. Όλο το έργο κόστισε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75000) δραχμές ενώ το μεροκάματο που έπαιρναν οι εργάτες ήταν εβδομήντα πέντε (75) δεκάρες. Τα σχέδια και τα λοιπά έγγραφα που αφορούσαν στην κατασκευή του γεφυριού βρίσκονται στο Μεσολόγγι, που ήταν η πρωτεύουσα της περιοχής την εποχή εκείνη. 17 Οι εργασίες κατασκευής του κράτησαν τρία χρόνια, από το 1908 έως το 1911 18, έτος στο οποίο πιθανότατα αποπερατώθηκε το γεφύρι. Μπορούμε να διαβάσουμε τα γράμματα που χαράχτηκαν πάνω σε μία πέτρα του γεφυριού, όσο το έχτιζαν οι μαστόροι: «Χ...ΣΤΕ 1909 ΑΕΓ 10», που μάλλον μεταφράζεται ως: «Χτίστηκε 1909 Αυγούστου 10».
Το όνομά του τόσο το γεφύρι όσο και ολόκληρη η περιοχή, το πήραν από την λέξη «Τέμπλα», που σημαίνει μονοκόμματος κορμός από έλατο. Πράγματι, πριν την κατασκευή του σημερινού γεφυριού, ένωνε τις δύο όχθες του Αχελώου ένα ξυλογέφυρο φτιαγμένο από έναν μόνο κορμό ελάτου: «Προ αμνημονεύτων χρόνων ο πληθυσμός που κατοικούσε στον ορεινό Βάλτο και την ορεινή Ευρυτανία, ένεκα του μεγάλου ποταμού που είναι ανάμεσά τους, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει, ιδίως το χειμώνα. Κατά το 1800, φτιάξανε μια ξύλινη γέφυρα και την βάψανε πράσινη για να μην σαπίσει. Τόλεγαν τότε «στην πράσινη γέφυρα».
Λίγα χρόνια βάσταξε αυτή η συγκοινωνία και μετά, τη γέφυρα την πήρε η φουρτούνα του ποταμού. Κατά το 1900, φέρανε μια τέμπλα ελάτινη. Ήταν τόσο μεγάλη, ώστε χρειάστηκαν 60 περίπου άνδρες για τη μεταφορά και τοποθέτηση. Έτσι γινόταν η συγκοινωνία. Το ξύλο εκείνο σάπισε και ένας τσοπάνος, ο Φώτης Ματσιούλας, που περνούσε με 47 γίδια, έπεσε στο ποτάμι όταν έσπασε η τέμπλα. Τα γίδια πνίγηκαν, αλλά ο Φώτης, που ήξερε κολύμπι, σώθηκε.
Το μέρος και η γέφυρα από τότε ονομάστηκαν «Τέμπλα» και «Γέφυρα Τέμπλας». Το 1908, επί πρωθυπουργίας του Νίκου Στράτου, ή όταν ήταν βουλευτής, δεν θυμάμαι ακριβώς, έφερε το θέμα στη βουλή και αποφάσισαν να γίνει η μεγάλη αυτή πέτρινη γέφυρα που τέλειωσε σε τρία χρόνια (1911)». 19 Το σχήμα του γεφυριού είναι περίεργο και γι’ αυτό μοναδικό 20, με ένα κεντρικό τόξο να γεφυρώνει τις δύο όχθες και άλλα πέντε τόξα από τη μία και τρία από την άλλη να ανυψώνουν τη ράχη του, έτσι ώστε η διάβασή του να γίνεται αρκετά ομαλή. Τα επιπλέον αυτά τόξα στηρίζονται είτε επάνω σε κολώνες, είτε επάνω στο κεντρικό τόξο και λειτουργούν ουσιαστικά σαν ανακουφιστικές οπές, κάθε φορά που τα νερά του Αχελώου ανεβαίνουν. Έτσι, το γεφύρι δεν καταπονείται από την πίεση που θα ασκούσε επάνω του μεγαλύτερη από την κανονική ποσότητα νερού.
Όλο το οικοδόμημα είναι φτιαγμένο με πελεκητές πέτρες, ενώ οι δύο προσβάσεις του οδηγούν με ελαφρά ανηφορική κλίση τους περαστικούς αλλά και τα αυτοκίνητα από την μία πλευρά του ποταμού στην άλλη. Σε όλο το μήκος του και από τις δύο πλευρές, έχει προστατευτικά πεζούλια, τα οποία αρχίζουν από μηδενικό ύψος στις δύο τους άκρες και στη μέση του γεφυριού υψώνονται στο ένα μέτρο. Ενδιαφέρον προκαλεί το περίτεχνο σκάλισμα που έχουν τα πεζούλια αυτά στα σημεία που αλλάζουν κλίση. Εκεί, ο τεχνίτης τοποθέτησε κυβικού σχήματος πέτρες με πυραμιδοειδές τελείωμα στο πάνω τους μέρος. Επίσης, η βάση από τα πεζούλια προεξέχει και σχηματίζει «νεροχύτη» 21 για προστασία του γεφυριού από τα νερά της βροχής.
Το γεφύρι της Τέμπλας από το 1911 μέχρι σήμερα, έχει περάσει αρκετές περιπέτειες. Αρχικά, το 1927 «μεγάλη πλημμύρα την «έκοψε» από το ένα μέρος 15 μέτρα περίπου. Ο κόσμος άρχισε πάλι να υποφέρει. Τα κοινοταρχεία Ευρυτανίας και Βάλτου με υπομνήματα, παρακλήσεις αναφορές προς την κυβέρνηση κατόρθωσαν να έλθουν μάστοροι και να την φτιάξουν όπως πρώτα. Το 1946 - 47, με τον εμφύλιο πόλεμο, οι αντάρτες του Άρη βάλανε νάρκα να την «κάψουν». Έσκασε η νάρκα και «τραυμάτισε» τη γέφυρα επικίνδυνα στο μεγάλο τόξο (δοξάρι - καμάρα) και γύρω από τις φλάχτρες , όπως τις λέμε οι χωριάτες.
Έπειτα την μπάλωσαν με λίγο τσιμέντο, αλλά πάλι κρίθηκε ακατάλληλη για τροχοφόρα. Κάμποσο διάστημα κατόπιν εντολής μηχανικού και Νομαρχίας, την είχαν απαγορευμένη. Σήμερα ο κόσμος με φόβο θεού αποφασίζει και περνάει». 22 Τώρα πια το βασικό πρόβλημα του γεφυριού το δημιουργούν τα αυτοκίνητα που διέρχονται από πάνω του. Οι κραδασμοί αλλά και το ανεξέλεγκτο βάρος τους, προκαλούν μεγάλες φθορές σε ένα οικοδόμημα που έγινε για πολύ μικρότερες καταπονήσεις. Για το σκοπό αυτό, τοποθετήθηκαν τρεις μεταλλικές πινακίδες πάνω του που προειδοποιούν ότι μόνο μικρά οχήματα μπορούν να διέλθουν. Το γεφύρι της Τέμπλας έχει κριθεί «ιστορικό διατηρητέο μνημείο». 23 Η μετάβαση στον χώρο του γεφυριού γίνεται μέσω Βελαώρας και Τοπολιάνων. Μετά τα Τοπόλιανα παίρνουμε τον δρόμο βόρεια προς Καστράκι και Μπαλασκαίικα και αφού περάσουμε το τσιμεντένιο γεφυράκι στο Λεπιανίτικο ρέμα, ανάμεσα από τα καπνοχώραφα και δίπλα στον Αχελώο, βλέπουμε μπροστά μας το γεφύρι της Τέμπλας. Η απόσταση από τα Τοπόλιανα μέχρι εκεί, διανύεται περίπου σε δεκαπέντε λεπτά. Η επιστροφή μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο δρόμο είτε μέσω Δαφνούλας - Ραφτόπουλου. Από τη μεριά του Βάλτου, μετά το γεφύρι περνάμε από τα χωριά Βρουβιανά, Περδικάκι και Εμπεσσό.
--
17. Από διήγηση του Φάνη Ζαχαράκη από το Νέο Αργύρι τον Οκτώβρη του ‘93
18. Στο βιβλίο του κ. Σπύρου Μαντά «Το γεφύρι κι ο Ηπειρώτης», διαβάζουμε ότι πρωτομαστόροι ήταν οι Γεώργιος Σταμάτης και Βασίλειος Σούλης, Ηπειρώτες και οι δύο και εργολάβος ο Κων/νος Παρίσης. Όσο για το έτος κατασκευής, αναφέρει το 1908 - 1911.
19. Εφημερίδα Διάλογος, Αρ. Φύλλου Νο 15 της 15ης Σεπτεμβρίου 1988, Άρθρο με τίτλο «Το ιστορικό της γέφυρας Τέμπλας», Διήγηση του κ. Χρήστου Β. Μουτσώκου, ο οποίος διατηρούσε χάνι δίπλα στο γεφύρι.
20. Σχεδόν ίδιο σχήμα έχει και το γεφύρι του Αυλακιού, που βρίσκεται λίγο πιο πάνω στον Αχελώο και κατασκευάστηκε από τους ίδιους μαστόρους.
21. Κάτι παρόμοιο με το γεφύρι στην περιοχή Νεράτες της Δάφνης.
22. Εφημερίδα Διάλογος, Αρ. Φύλλου Νο 15 της 15ης Σεπτεμβρίου 1988, Άρθρο με τίτλο «Το ιστορικό της γέφυρας Τέμπλας», Η συνέχεια από την διήγηση του κ. Χρήστου Β. Μουτσώκου.
23. ΦΕΚ 576, τεύχος 20 / 4 - 11 - 87
Το γεφύρι του Αυλακιού βρίσκεται χτισμένο πάνω στον Αχελώο και ανάμεσα στα χωριά Νέο Αργύρι Ευρυτανίας, Αυλάκι Βάλτου, Μεσόπυργος Άρτας και Μακρύκαμπος Καρδίτσας. Χωροταξικά, δεν ανήκει στα όρια του νομού Ευρυτανίας, καθώς βρίσκεται μεταξύ των νομών Καρδίτσας και Άρτας, ενώ η απόστασή του από τα όρια της Ευρυτανίας είναι περίπου δύο χιλιόμετρα. Περιλαμβάνεται όμως στην έρευνα αυτή, λόγω του ενδιαφέροντος και της ομοιότητάς του με το γεφύρι της Τέμπλας που παρουσιάζει, αλλά και λόγω του ότι εξυπηρετεί την επικοινωνία των κατοίκων του Απεράντιου με το Βάλτο και κυρίως με την Άρτα.
Η περιοχή όπου κατασκευάστηκε το γεφύρι ονομάζεται «Τριχιές», και πήρε το όνομά της από τις τριχιές πάνω στις οποίες κρεμόταν παλιότερα ένα καρέλι: «... Να πέσουμε αντίκρυ απ’ τσ’ Τριχιές», λέγανε οι ντόπιοι και η έκφραση αυτή ακούγεται ως τις μέρες μας στα γύρω χωριά. 24 Μεταγενέστερα, κατασκευάστηκε στη θέση του καρελιού ένα πέτρινο μονότοξο γεφύρι, που σε κάποια κατεβασιά του Αχελώου όμως δεν άντεξε και έπεσε. Το πότε φτιάχτηκε αυτό το γεφύρι ή το πώς ήταν το σχήμα του δεν το γνωρίζουμε, καθώς δεν έχει σωθεί κανένα στοιχείο γι’ αυτό.
Το γεφύρι που υπάρχει σήμερα στη θέση του, το κατασκεύασαν οι Ηπειρώτες μαστόροι Νικόλαος Σούλης και Σιδέρης από το 1907 έως το 1911. 25 Κάτω από το τόξο της καμάρας προς την μεριά του Βάλτου, είναι χαραγμένη η ημερομηνία «1909» καθώς επίσης και τα αρχικά «ΓΛΧ ..9», γεγονός που επιβεβαιώνει την περίοδο της κατασκευής του. Στο βόρειο κλειδί της κεντρικής του καμάρας έχει επίσης σκαλιστεί η ημερομηνία 1909.
Το γεφύρι του Αυλακιού άρχισε να χτίζεται το 1907, ενώ της Τέμπλας το 1908. Λόγω του ότι όμως και τα δύο γεφύρια γίνανε από τους ίδιους μαστόρους, δύο πιθανές εκδοχές υπάρχουν. Σύμφωνα με την πρώτη, λόγω της αρκετά μεγάλης χρονικής απόστασης από τότε ως τα σήμερα, οι γέροντες που διηγούνται τα γεγονότα έχουν μπερδέψει τις ημερομηνίες. Σύμφωνα με την δεύτερη πάλι, αφού στήθηκε το κεντρικό τόξο του Αυλακιού, μεταφέρθηκε μέρος από την ξυλεία στην Τέμπλα και στη συνέχεια δουλεύανε δύο εργοτάξια συγχρόνως. Στην εκδοχή αυτή συνηγορούν και τα ίδια τα γεγονότα, και τα δύο γεφύρια τελείωσαν την ίδια ημερομηνία – το 1911 – ενώ στο Αυλάκι δούλεψε ο πρωτομάστορας Σιδέρης του οποίου το όνομα δεν το συναντάμε στην Τέμπλα.
Όπως το γεφύρι της Τέμπλας, έτσι και το γεφύρι του Αυλακιού είναι ιδιόμορφο, σε σχέση πάντα με τα υπόλοιπα γεφύρια της Ευρυτανίας. Δίπλα από το κεντρικό τόξο δεξιά και αριστερά, υπάρχουν μικρότερα τόξα τα οποία ακουμπούν πάνω σε κολώνες. Με τον τρόπο αυτό της κατασκευής, οι μαστόροι πετύχανε δύο πράγματα. Πρώτα πρώτα, η ράχη του γεφυριού να είναι σχεδόν επίπεδη και δεύτερον, τα ανοίγματα ανάμεσα στα τόξα και τις κολώνες να λειτουργούν σαν «ανακουφιστικές οπές» ή «ψευτοκαμάρες». Πάντως, το γεφύρι του Αυλακιού με το σχήμα που έχει είναι δύσκολο να καταταχτεί σε κατηγορία, δηλ. στα μονότοξα ή στα πολύτοξα. Αριστερά από το κεντρικό τόξο, προς το μέρος του Βάλτου, υπάρχουν τρία ακόμα τόξα, ενώ προς τα δεξιά, προς το μέρος της Καρδίτσας άλλα πέντε.
Το πέρασμα πάνω στη ράχη του γίνεται ομαλά, με μία ελαφριά μόνο κλίση από το κέντρο του προς τις δύο πλευρές. Τα προστατευτικά πεζούλια που υπάρχουν κι από τις δύο πλευρές του διαδρόμου, ύψους ενός μέτρου και πλάτους σαράντα έξι εκατοστών, προφυλάσουν διαβάτες και αυτοκίνητα .
Η επίσκεψη στο χώρο του γεφυριού είναι εύκολη. Από το Νέο Αργύρι, ακολουθούμε κατεύθυνση βόρεια και αφού κατηφορίσουμε ανάμεσα από κήπους και καπνοχώραφα προς τον ποταμό Πρασιώτη, φτάνουμε στο φυσικό σύνορο Ευρυτανίας και Καρδίτσας που είναι ο ποταμός Πλατανιάς. Εδώ περνάμε τη σιδερένια γέφυρα και σε πέντε λεπτά φτάνουμε στο γεφύρι του Αυλακιού. Μέσα στα νερά του Αχελώου, όταν αυτά είναι διαυγή, καθρεφτίζεται το επιβλητικό κτίσμα που με τον όγκο του δεσπόζει σε όλη την περιοχή.
Περνώντας το γεφύρι προς τη μεριά του Βάλτου, συναντάμε λίγα σπίτια και ένα καφενείο, όπου μπορούμε να ξεκουραστούμε και να ακούσουμε από τους ντόπιους ιστορίες, αλλά και την αγωνία τους για το μέλλον του γεφυριού. «Το γεφύρι αυτό είναι για μας ό,τι η Ακρόπολη για την Αθήνα», λένε, «αλλά τα φορτηγά και οι μπουλντόζες που περνάνε πάνω του το έχουνε χαλάσει». Για του λόγου το αληθές, θα μας οδηγήσουν πρόθυμα κάτω από το γεφύρι για να διαπιστώσουμε και οι ίδιοι τις πολλές και μεγάλες ρωγμές που έχουν προκληθεί στα τόξα του.
Η επιστροφή μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο δρόμο είτε από το μέρος της Άρτας μέσω του χωριού Μεσόπυργος είτε μέσα από τον Αχελώο με rafting ή καγιάκ.
--
24. Από διήγηση του Φάνη Ζαχαράκη από το Νέο Αργύρι τον Οκτώβρη του ‘93.
25. Τα ονόματα των μαστόρων «Νικ. Σούλης» και «Σιδέρης» μας τα μετέφερε ο Φάνης Ζαχαράκης. Για τον Σιδέρη είναι απόλυτα σίγουρος ότι ήταν ένας εκ των πρωτομαστόρων, γιατί στη συνέχεια γίνανε κουμπάροι. Το βιβλίο «Το γεφύρι κι ο Ηπειρώτης» του κ. Σπύρου Ι. Μαντά, στην σελίδα 48 αναφέρει σαν εργολάβο τον Κων/νο Ν. Παρίση και πρωτομαστόρους τον Γεώργιο Σταμάτη και Βασίλειο Σούλη, από την Βύσσιανη της Ηπείρου.
Το γεφυράκι αυτό, από τα πιο μικρά της Ευρυτανίας, βρίσκεται σε μία περιοχή όπου μόνο γεφύρι δεν περιμένει κάποιος να συναντήσει. Είναι χτισμένο σε μια βραχώδη πλαγιά και όχι στο στενό πέρασμα ενός ρέματος. Απλώς εκεί, κατά τους χειμερινούς μήνες, σχηματίζεται ο ορμητικός χείμαρρος Κακαβούλα. Το ρεματάκι αυτό, που τις υπόλοιπες εποχές είναι τελείως στεγνό, στεκόταν πάντα εμπόδιο στις μετακινήσεις των κατοίκων της Βελαώρας προς τους δύο νερόμυλους του χωριού, που βρίσκονται στον ποταμό Γρανιτσιώτη, αλλά και στους ταξιδιώτες προς την Γρανίτσα και τα Τοπόλιανα, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας ακόμα, εποχή κατά την οποία τοποθετείται η κατασκευή του. Το χτίσανε τότε τα περιφερόμενα στην περιοχή Ηπειρώτικα μπουλούκια.
Το κτίσμα είναι μία όμορφη μικρή καμάρα με κυρτή ράχη χωρίς ακράδες και πεζούλια, που το 1989 επισκευάστηκε με τσιμέντο, επέμβαση που έχει αλλοιώσει την αρχική της μορφή. Πάνω της ρίζωσε ένα μεγάλο πουρνάρι που πρόλαβε να επιφέρει αρκετές φθορές με τις ρίζες του, πριν το κόψουν οι ντόπιοι και αρμολογήσουν στη συνέχεια την λιθοδομή. Είναι χτισμένο με πέτρες της περιοχής πάνω στα αδιόρατα πέτρινα πρανή του ρέματος κατά τέτοιο τρόπο, που από μικρή απόσταση δεν μπορεί κάποιος να το εντοπίσει. Έτσι, για να το επισκεφθεί ο περιηγητής μάλλον πρέπει να οδηγηθεί εκεί από κάποιο ντόπιο. Πάντως, βρίσκεται κάτω απ’ το δρόμο Βελαώρας – Τοπολιάνων λίγο έξω απ’ το χωριό, σε έναν απ’ τους πολλούς χωματόδρομους που ξεκινούν απ’ την άσφαλτο προς τα δεξιά.