Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2. Η πρώτη επαφή με το θέμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2. Η πρώτη επαφή με το θέμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ

Αν κάποιος ξένος θελήσει να περιγράψει την Ευρυτανία, σε δύο τομείς είναι πιθανόν να εστιάσει την προσοχή του. Στις φυσικές ομορφιές της, καθώς και στα τεράστια προβλήματά της. Αυτό είναι λογικό άλλωστε, διότι μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν έχουν γίνει γνωστοί στο ευρύτερο κοινό άλλοι λόγοι που να «αξίζει» να ασχοληθείς μαζί της.
Όταν όμως ζήσει κανείς εδώ ή αρχίσει να επισκέπτεται τακτικά την περιοχή, διαπιστώνει ότι υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, ικανά να προσελκύσουν την αγαθή περιέργεια και το επίμονο βλέμμα. Αν δεν γνωρίσει, για παράδειγμα, τους ανθρώπους, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αυτοί έχουν από περιοχή σε περιοχή, αν δεν ακούσει την ιδιόμορφη διάλεκτό τους, αν δεν ενδιαφερθεί για το πώς ζουν και για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τότε η γνωριμία με τον χώρο της Ευρυτανίας δεν μπορεί παρά να είναι επιδερμική, καθαρά τουριστική.
Άλλωστε, μία εθιμική προσκυνηματική επίσκεψη στον Προυσό και μία επιδεικτική ανάβαση στο Βελούχι, δραστηριότητες στις οποίες οι περισσότεροι σήμερα αρκούνται, ελάχιστα πραγματικά στοιχεία μπορούν να δώσουν στο φιλομαθή επισκέπτη για ολόκληρο το νομό.

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Η περιοχή μας, κάλλιστα θα μπορούσε να προσελκύει περισσότερους περιηγητές αν διέθετε κατάλληλα αξιοποιημένους αρχαιολογικούς χώρους. Δυστυχώς όμως, χώροι με τις απαραίτητες σύγχρονες υποδομές υποδοχής, σήμερα δεν υπάρχουν.
Αν και αρκετές πηγές, από τα χρόνια του Ομήρου μέχρι και σήμερα αναφέρονται σε Ευρυτανικά τοπωνύμια και πάμπολλα ευρήματα έχουν έρθει στο φως κατά καιρούς, αυτά δεν έχουν κεντρίσει το αρχαιολογικό ενδιαφέρον στο βαθμό που θα έπρεπε. Για τον λόγο αυτό, μένουν ανερεύνητες περιοχές όπως ο Κύφος, η Μπέσια η Χόχλια, η Τσούκα, το Παλιοκάτουνο κ.ά. Δεν είναι υπερβολή, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι η επιστημονική έρευνα στον τομέα των ανασκαφών, διανύει ακόμα την εμβρυακή της ηλικία για τον τόπο μας, γεγονός όμως που επηρεάζει αρνητικά την εξέλιξη του νομού, στερώντας του γνώση και πόρους. Κι αν υπάρχουν ελάχιστοι ιστορικοί χώροι που έχουν κάπως μελετηθεί, όπως είναι ο παλαιοχριστιανικός ναός του Αι Λεωνίδη στο Κλαψί, κι αυτοί με τη σειρά τους μένουν αναξιοποίητοι και παραμελημένοι.
Πέρα όμως από τα αρχαιολογικού τύπου ενδιαφέροντα, η Ευρυτανία διαθέτει μία πληθώρα από λαϊκές αρχιτεκτονικές κατασκευές, διάσπαρτες σε κάθε σημείο της, οι οποίες, αν και δεν θα μπορούσαν αυστηρά να ενταχθούν στα στενά πλαίσια των λεγόμενων «αρχαιολογικών μνημείων», λόγω της εποχής κατασκευής τους που είναι σχετικά πρόσφατη, σίγουρα όμως αξίζουν να αξιοποιηθούν και να μελετηθούν προσεκτικότερα.
Τέτοιες κατασκευές υπάρχουν πολλές και με ποικίλες χρήσεις, όπως κατοικίες, εκκλησίες, γεφύρια 1, εικονοστάσια, νερόμυλοι, νεροτριβές, κρήνες και καλντερίμια 2 . Όλα αυτά τα κτίσματα είναι κυρίως πέτρινα και τα συναντάμε είτε μεμονωμένα είτε σαν ενιαία οικιστικά σύνολα. Τα στοιχεία που τα συνδέουν και τα εντάσσουν σε μία ενότητα μελέτης, είναι ο χρόνος και ο τρόπος κατασκευής τους τα δομικά υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμό τους και η σιωπηλή καλαισθησία τους.
Η αρχιτεκτονική σύλληψη, καθώς και η εξειδικευμένη δουλειά του τεχνίτη τους, τα κάνουν να διαφέρουν τελείως από άλλες σύγχρονες κατασκευές. Έτσι, αν συντηρηθούν και αξιοποιηθούν σωστά δημιουργούνται σχεδόν σε κάθε χωριό, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, σημεία αναφοράς τέτοια που κάθε επισκέπτης θα θέλει να δει και να γνωρίσει. Εξ άλλου, στα περισσότερα χωριά του νομού δεν έχουν μείνει και πολλά τέτοια αξιοθέατα, που θα μπορούσαν να προσελκύσουν μελετητές και επισκέπτες.
Οι περισσότερες όμως από αυτές τις κατασκευές, αν και τέλεια ενταγμένες στις διαστάσεις του τοπίου γύρω τους, λες και έγιναν έτσι ώστε να αποτελούν τη συνέχειά του, σήμερα δυστυχώς βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση.
Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτος και κυριότερος η εγκατάλειψη. Μετά τη μαζική φυγή των Ευρυτάνων από τη γη τους, η ερήμωση έφερε τη λησμονιά . Αυτή, με τη σειρά της, τα ερείπια. Τα χωριά που άλλοτε σφύζανε από ζωή, σήμερα είναι νεκρά. Οι παλιοί κάτοικοι και στη συνέχεια οι απόγονοί τους, γίνανε απλοί και περιστασιακοί επισκέπτες. Όχι βέβαια πως δεν υπάρχουν και οι νοσταλγοί της προγονικής γης, αυτοί που σε κάθε ευκαιρία επιστρέφουν, αυτοί που κάθε φορά, όλο και κάτι θα επισκευάσουν, κάτι θα σώσουν. Είναι όμως τόσο λίγοι!
Κι αν τα σπίτια συντηρούνται κακήν κακώς, κι αν για τις εκκλησίες γίνεται και κανένας έρανος για επισκευές, τι να πούμε για τα γεφύρια, που έχει ξεχαστεί ακόμα και η ύπαρξή τους ή για τους νερόμυλους και τα μαντάνια, που μέσα στις σκιερές και υγρές ποταμιές έχουν μετατραπεί, από πολύβουους χώρους συνάθροισης του παρελθόντος, σε βουβά ερείπια και σωρούς από πέτρες σήμερα;
Εκτός όμως από την εγκατάλειψη, ένας ακόμα σημαντικός λόγος για τον οποίο η λαϊκή αρχιτεκτονική κληρονομιά μας χάνεται αβοήθητη, είναι και η ανύπαρκτη καταγραφή της, η απουσία μνήμης. Ελάχιστες είναι οι προσπάθειες που έχουν γίνει ώστε να μελετηθούν και να ταξινομηθούν τα υπέροχα και, δυστυχώς, αναντικατάστατα έργα των προγόνων μας.
Η έλλειψη αυτή είναι σημαντική διότι, εφόσον δεν είναι σε θέση κανείς να γνωρίζει τι έχει απομείνει και τι από όλα αυτά έχει αξία και διαχρονικότητα, δεν μπορεί και να δράσει έτσι ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον για τη διάσωσή του.
--
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Γεφύρι: Με τη λέξη αυτή εννοούμε τις πετρόχτιστες, τοξοτές κατασκευές του 17ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα, σε αντίθεση με τη λέξη «γέφυρα» που είναι η τσιμεντένια ή σιδερένια κατασκευή και αντικατέστησε τις προηγούμενες.
2. Καλντερίμι: Από το Τουρκικό kaldirim. Λιθόστρωτο με ανώμαλη επιφάνεια.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ.

Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο – 17ος αιώνας μέχρι τα μέσα του 20ου – η περιοχή της Ευρυτανίας χάρη στη γεωγραφική της θέση ήκμασε. Επειδή τα βουνά πάντα αποτελούσαν καταφύγιο για τους διωκόμενους από τους καταχτητές πληθυσμούς, κατοικήθηκαν απίθανες γωνιές της κι έτσι ο πληθυσμός της αυξήθηκε. Αυτή η αύξηση έφερε με τη σειρά της την οικονομική ευμάρεια και σα φυσικό επακόλουθο ήρθε η ανάπτυξη ενός σημαντικού πολιτισμού, υπολείμματα του οποίου φτάνουν ως τις μέρες μας.
Η γειτνίασή της με την Ήπειρο και οι επιρροές που δεχόταν από μία από τις πιο δημιουργικές εστίες πολιτισμού της εποχής, αλλά και η παλιννόστηση Ευρυτάνων από πλούσιες πόλεις και χώρες, έφεραν τον πλούτο και την ανάπτυξη. Παιδεία, τέχνες, δημοτικό τραγούδι, αρχιτεκτονική έφτασαν σε υψηλό επίπεδο. Άνοιξαν σχολές από περίφημους δασκάλους, αναπτύχθηκαν τέχνες όπως η σηροτροφία και η μεταλλουργία , τελειοποιήθηκαν η υφαντική και η αγιογραφία και χτίστηκαν μοναστήρια, αρχοντόσπιτα και μεγάλα γεφύρια.

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ.

Κρίνοντας από τον πλούτο των κτισμάτων που σώζονται ως τα σήμερα, διαπιστώνουμε ότι η αρχιτεκτονική της εποχής έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο, αν και ήταν τελείως εμπειρική. Βασιζόταν στη γνώση που σωρεύτηκε και εξελίχτηκε με το πέρασμα του χρόνου και μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά. Αξιοποιούσε τις ιδιαιτερότητες της περιοχής, καθώς και τις ντόπιες δομικές πρώτες ύλες. Πουθενά δεν αναφέρεται κάποιος σπουδασμένος αρχιτέκτονας ή κατασκευαστής την εποχή αυτή. Αντιθέτως, πάρα πολλοί είναι οι μαστόροι που δημιούργησαν έργα αθάνατα, κατέχοντας σα μοναδικό εφόδιο την εμπειρική γνώση της δομής και της αντοχής των υλικών που χρησιμοποιούσαν .
Σε γενικές γραμμές, η παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική της Ευρυτανίας δε διακρίνεται για τα ογκώδη στοιχεία. Όλα τα κτίσματα, οποιασδήποτε χρήσης, δεν έχουν τις διαστάσεις που βρίσκουμε σε ανάλογα κτίσματα άλλων περιοχών, που είναι κατασκευασμένα την ίδια χρονική περίοδο. Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι όλα ντόπια, δηλαδή πέτρα και ξύλο. Ελάχιστα είναι τα σιδερένια αντικείμενα που συναντάμε, κι αυτά κυρίως διακοσμητικά, ενώ το πήλινο κεραμίδι είναι δυσεύρετο.
Όλες οι κατασκευές είναι αισθητά επηρεασμένες από το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο είναι ενταγμένες. Εξ άλλου, η υιοθέτηση στοιχείων από το περιβάλλον και η προσαρμογή τους στην αρχιτεκτονική, είναι φαινόμενο ιδιαίτερα αισθητό στις ορεινές απομονωμένες περιοχές. Τα σπίτια είναι λιτά, φτιαγμένα από πέτρα και ξύλο σχεδόν αόρατα από μακριά, πάντα όμως σοφά προσανατολισμένα, έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται τον λιγοστό ήλιο του χειμώνα. Οι εκκλησίες, μικρές χωρίς τρούλο και πάντα ρυθμού Βασιλικής και Βυζαντινού. Τα γεφύρια πέτρινα, με επίπεδες ράχες τις περισσότερες φορές, θεμελιωμένα πάνω σε βράχια για να μην παρασύρονται από τις κατεβασιές των ποταμών. Τα καλντερίμια, δουλεμένα έτσι που να έχουν κατά διαστήματα τοποθετημένες εγκάρσια στο έδαφος πέτρες, για προστασία ανθρώπων και ζώων από γλιστρήματα στον πάγο, αλλά και σαν αναβαθμούς λόγω του επικλινούς εδάφους. Οι κρήνες, εκτός από τις κούπες για τους ανθρώπους, έχουν χώρο όπου μπορούν να πίνουν νερό και τα υποζύγια, τα μοναδικά μέσα μεταφοράς τις εποχές εκείνες. Βρύσες, νεροτριβές και μαντάνια είναι σχεδόν πάντα στεγασμένα, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και τις ημέρες που οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες .
Κατά περιόδους, όταν επαναπατρίζονταν οι πρώτοι μετανάστες, χάρη στα χρήματα και τις επιρροές που αυτοί έφερναν μαζί τους από τα αστικά κέντρα της εποχής και κυρίως από την Κωνσταντινούπολη, οι κατοικίες που χτίζονταν, γίνονταν περίπλοκες, με περισσότερα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία.. Επίσης, οι δωρεές που δίνονται για εκκλησίες και για κοινωφελή κτίρια είναι μεγάλες, έτσι όταν τα χρήματα διατίθενται για εξ αρχής κατασκευές, αυτές είναι πιο προσεγμένες και με μεγαλύτερες διαστάσεις.
Οι μαστόροι που αναλαμβάνουν να χτίσουν τα μεγαλύτερα έργα, είναι Ηπειρώτες. Βέβαια, υπάρχουν και οι ντόπιοι, αλλά τη μεγαλύτερη φήμη έχουν οι Πυρσογιαννίτες και οι Τζουμερκιώτες μαστόροι, οι οποίοι έχουν φτιάξει στην Ευρυτανία πολλές και σημαντικές κατασκευές. Το γεγονός αυτό έχει σαν αναπόφευκτη συνέπεια ο αρχιτεκτονικός ρυθμός και νοοτροπία της περιοχής μας να έχει επηρεαστεί βαθύτατα από τον αντίστοιχο της Ηπείρου.
Αρχίζουν λοιπόν να κατασκευάζονται μοναστήρια όπως της Τατάρνας, της Βράχας και της Στάνας, καθολικά μοναστηριών όπως του Προυσού και της Σωτήρας, καθώς και εκκλησίες σε πολλά από τα χωριά μας. Επίσης, Πυργόσπιτα στον Μαραθιά, αρχοντόσπιτα στη Βίνιανη και τους Κορυσχάδες, υπέροχα λαϊκά σπίτια στους Δομιανούς, στη Γρανίτσα, στο Μεγάλο και στο Μικρό Χωριό. Την εποχή αυτή, στήνονται μεγάλα γεφύρια, όπως της Τατάρνας και του Μανώλη, του Δεσπότη και του Γαύρου. Το κάθε χωριό έχει αρκετούς νερόμυλους και νεροτριβές, ενώ διάσπαρτα σε κάθε δρόμο είναι τα πεζούλια, οι κρήνες, τα εικονοστάσια και τα εξωκλήσια.
Είναι φυσικό ότι μία απλή αναφορά στα έργα μιας περιόδου τεσσάρων αιώνων περίπου, δεν είναι δυνατόν να συμπεριλάβει όλα τα κτίσματα. Θα ήταν όμως σίγουρα παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα μεμονωμένα διακοσμητικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία που συναντάμε σε, κατά τα άλλα, απλές κατασκευές. Έτσι, βρίσκουμε υπέροχα υπέρθυρα, λιθανάγλυφα, εξώστες, ταβάνια, κάγκελα, αυλόθυρες, υδρονομείς, κόγχες σε τοίχους κλπ. που, από μόνα τους κι αυτά, αφήνουν ένα άρωμα πολιτισμού.

ΤΟ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ.

Όλα αυτά τα κτίσματα έχουν σαν κοινά χαρακτηριστικά τον τρόπο κατασκευής, τα δομικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, την αισθητική τους και το δέσιμο με τον περιβάλλοντα χώρο. Σήμερα λοιπόν, που όλα έχουν αλλάξει, που έχουν εγκαταλειφθεί τεχνικές και υλικά , για να αντικατασταθούν από τις σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις, η απώλεια οποιουδήποτε παραδοσιακού κτίσματος είναι ασυγχώρητη. Για να υπάρχει και στο μέλλον η γνώση των συνθηκών ζωής του παρελθόντος, απαραίτητη είναι η διακριτική διαφύλαξη οποιουδήποτε στοιχείου διασώζεται ακόμα, λαογραφικού και αρχιτεκτονικού.
Η ευθύνη της γενιάς μας στον τομέα αυτό είναι καίρια. Λαοί χωρίς τη γνώση του παρελθόντος δεν έχουν μέλλον, λέει ένα χιλιοειπωμένο γνωμικό. Δεν είναι τάχα πέρα για πέρα αληθινό;
Όλες αυτές οι επισημάνσεις δεν θα είχαν καμία βαρύτητα, αν τα κτίσματα αυτά δεν ήταν από μόνα τους πολύτιμα.. Η γνώση των στατικών και αρχιτεκτονικών λεπτομερειών από το λαϊκό τεχνίτη συνδυασμένη με μια επιμέλεια που προδίδει υψηλό γούστο καθιστά τα έργα του μοναδικά και ως εκ τούτου, αναντικατάστατα. Αν σε αυτά προστεθούν η έλλειψη των μέσων, οι εμπειρικές λύσεις που δίνονταν σε διάφορα πρακτικά προβλήματα και οι μοναδικές ντόπιες πρώτες ύλες που έχουν χρησιμοποιηθεί, τότε αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε εκ των προτέρων άνισες συγκρίσεις των κατασκευών του χθες με τις σημερινές. Τα απρόσωπα και ενεργοβόρα σημερινά σπίτια δε συγκρίνονται με τα υπέροχα λιθόκτιστα και σοφά προσανατολισμένα σπίτια των παλιότερων γενεών, ούτε ακόμα και στο επίπεδο των ανέσεων, σε σχέση πάντα με τις ανάγκες της κάθε εποχής.
Τα λυγερόκορμα γεφύρια που είναι φτιαγμένα με πέτρα και λάσπη, δίνουν ένα τελείως διαφορετικό ερέθισμα στον επισκέπτη τους, από τις σημερινές ογκώδεις και απρόσωπες γέφυρες. Το πέρασμα πάνω από ένα τοξωτό γεφύρι, είναι μία μοναδική προσωπική εμπειρία, ενώ η ταχεία διέλευση από μια τσιμεντένια γέφυρα αντιμετωπίζεται μάλλον απρόσωπα. Στις περιπτώσεις που σύγχρονες γέφυρες θεμελιώθηκαν δίπλα σε παλιά γεφύρια, η σύγκριση είναι καταλυτική, λες κι ο μόχθος που κατέβαλε ο πρωτομάστορας του παλιού γεφυριού, αντανακλάται πάνω στις πέτρες του. Ίσως γι’ αυτό, για παράδειγμα, δεν άντεξε η τσιμεντένια γέφυρα που φτιάχτηκε δίπλα στο γεφύρι του Μανώλη και κατέρρευσε λίγες μέρες μετά τα εγκαίνιά της το 1965, ενώ το διπλανό της πέτρινο τόξο συνεχίζει να τέμνει ακόμα και σήμερα στον ορίζοντα του Αγραφιώτη, από το 1659 και ποιος ξέρει για πόσο ακόμα .
Αν προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε άλλες κατασκευές, όπως τα εικονοστάσια, η σύγκριση αυτή εξαρχής αποδεικνύεται άκυρη. Τι κοινό έχουν τα λαμαρινένια σημερινά με τα πέτρινα του χθες; Τι κοινό έχει μία σωλήνα που εξέχει όπως όπως από ένα κακοφτιαγμένο τσιμεντένιο τοιχίο και πετάει τα νερά της στο δρόμο, με μια πέτρινη κούπα χωμένη στο βάθος μιας κόγχης;

ΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΣΑΝ ΥΛΙΚΟ ΕΡΕΥΝΑΣ.

Απ’ όλα τα παλιά κτίσματα, εκείνο που προκαλεί το μεγαλύτερο δέος όταν το βλέπεις, εκείνο που δίνει και το όνομά του ακόμα στην ευρύτερη περιοχή, εκείνο που φτιάχτηκε για να προστατευθούν ανθρώπινες ζωές και περιουσίες από θανάσιμους κινδύνους, είναι το πέτρινο τοξωτό γεφύρι..
Πόσο μυστήριο δεν δίνει άραγε, στη βαθύσκιωτη ποταμιά η περήφανη παρουσία του; Πόσοι τοπικοί θρύλοι δεν έχουν φτιαχτεί, ακόμα και για το πιο μικρό γεφυράκι και πόσα ξωτικά δεν έχουν ξεκινήσει απ’ αυτό για να γεμίσουν και να κάνουν πιο μαγικά και συναρπαστικά τα παραμύθια μας;
Στον τόπο μας συναντάμε αρκετά γεφύρια, άλλα μεγάλα κι άλλα μικρά. Άλλα στέκουν ακόμα αγέρωχα, στεφανώνοντας με τα τόξα τους τα μεγάλα ποτάμια της περιοχής μας ενώ από άλλα μόνο κάποια τμήματά τους σώζονται και θυμίζουν πως κάποτε υπήρξαν και αυτά. Όλα όμως έχουν τη δική τους ιστορία, για ορισμένα μάλιστα είναι πολύ πλούσια, καθώς σχετίζεται με την ιστορία της ευρύτερης περιοχής.
Σε τοπικό επίπεδο, κάθε γεφύρι ήταν κάτι περισσότερο από αναγκαίο και έπαιζε τον δικό του ρόλο στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, οι οποίοι το συντηρούσαν, το επισκεύαζαν και διέδιδαν την ιστορία του, κάτι που προδίδει πόσο περήφανοι ένιωθαν γι’ αυτό το κτίσμα που σφράγιζε τη ζωή τους. Όταν όμως οι ανάγκες άλλαξαν και ήρθε η ώρα το υποζύγιο να αντικατασταθεί με το αυτοκίνητο, οι δρόμοι που χαράχθηκαν ακολούθησαν τη δική τους διαδρομή, με αποτέλεσμα πολλά γεφύρια να μείνουν έξω από τις πολυσύχναστες οδούς , άλλα να καταστραφούν κι άλλα να επικαλυφτούν από την άσφαλτο.
Ο λόγος, λοιπόν, που τα πέτρινα γεφύρια έχουν σήμερα παραμεληθεί και ξεχαστεί, είναι ότι δεν είναι πλέον χρήσιμα. Εφόσον όμως δεχόμαστε την αναγκαιότητα διαφύλαξης τέτοιων κατασκευών, για την συνέχιση της ιστορικής μνήμης, πρέπει με κάθε τρόπο να προσπαθούμε να τα προστατεύουμε από τις φυσικές φθορές και να τα αναδεικνύουμε. Το κενό που μέχρι σήμερα υπάρχει στην καταγραφή και ταξινόμηση αυτών των πέτρινων τοξωτών γεφυριών είναι μεγάλο. Σκοπός της εργασίας αυτής δεν είναι άλλος από το να συμπληρώσει κάποια από τα κενά της γνώσης μας για τα γεφύρια . Κι ακόμα, να μετατρέψει τη γνώση σε ευθύνη.

Η ΕΡΕΥΝΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ.

Τα γεφύρια που βρίσκουμε στο χώρο της Ευρυτανίας δε διαφέρουν, σαν κατασκευές, από αντίστοιχα άλλων γειτονικών περιοχών. Δε συναντάμε δηλαδή διαφορετική τεχνοτροπία εδώ ή άλλη ιδιαιτερότητα, από ό,τι άλλο, εκτός ίσως από ορισμένα χαρακτηριστικά στα γεφύρια της Τέμπλας και του Αυλακιού. Ο περιορισμός όμως της έρευνας, στα στενά γεωγραφικά όρια του νομού, ήταν αναγκαίος όχι για λόγους τοπικιστικούς, αλλά για να εξασφαλιστεί τόσο η πληρότητα όσο και η επάρκειά της. Στην ευρύτερη περιοχή της Ρούμελης και της Θεσσαλίας βρίσκουμε αμέτρητα γεφύρια, μικρά και μεγάλα, διάσπαρτα σε ρέματα και λαγκάδια. Αλλά, λόγω της έλλειψης έγκυρων πληροφοριών, είναι σχεδόν αδύνατος ο εντοπισμός τους, κατ’ επέκταση θα ήταν ελλιπής η μελέτη ενός εκτεταμένου χώρου. Περιοριζόμαστε λοιπόν στα γεφύρια που βρίσκονται στην Ευρυτανία και επιφυλασσόμαστε για το μέλλον.
Η έρευνα, εκτός από τα γενικά στοιχεία, περιλαμβάνει και επί μέρους πληροφορίες για το κάθε γεφύρι ξεχωριστά, όπως: το όνομά του, τα ονόματα της τοποθεσίας και του ποταμού πάνω στον οποίο είναι χτισμένο, τα ονόματα του χρηματοδότη του και του μάστορα που το έφτιαξε το έτος κατασκευής, τον προσανατολισμό και το υψόμετρο όπου βρίσκεται, τον τύπο και τις διαστάσεις του, τα χωριά που συνέδεε και τα κτίσματα που βρίσκονταν δίπλα του. Εκτός όμως όλων αυτών, αναφέρονται και στοιχεία ιστορικά, λαογραφικά και αρχιτεκτονικά.. Τέλος, περιγράφεται η διαδρομή που μπορεί να ακολουθήσει οποιοσδήποτε θελήσει να τα επισκεφτεί .
Για πολλά όμως γεφύρια, ο κατάλογος των στοιχείων είναι ελλιπής, σε άλλα μεν διότι τα στοιχεία αυτά έχουν χαθεί με το πέρασμα του χρόνου, σε άλλα δε, διότι δεν είχαν ποτέ καταγραφεί. Τέλος, σε κάποια άλλα, γιατί απλά δε στάθηκε δυνατός ο εντοπισμός τους .

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.

Οι δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της συλλογής των διακριτικών στοιχείων οδηγούν από μόνες τους στις διαπιστώσεις που έχουν ήδη αναφερθεί, δηλαδή ότι η απουσία καταγραφής των μνημείων, η ανεπάρκεια των γραπτών κυρίως πηγών είναι το πρώτο και αποφασιστικότερο βήμα για την απώλεια της συλλογικής μνήμης.
Για να γίνει δυνατός ο ακριβής εντοπισμός της θέσης των γεφυριών, αντλήθηκαν πληροφορίες από κατοίκους της περιοχής και εν συνεχεία επιχειρήθηκε η ανεύρεσή τους. Αυτό, όσο απλό φαίνεται στην περιγραφή του, τόσο δύσκολο αποδείχθηκε στην πράξη. Ελάχιστοι άνθρωποι υπάρχουν στα χωριά μας που μπορούν να δώσουν αξιόπιστες πληροφορίες, κι αυτό διότι λίγοι πλέον ξέρουν τι υπάρχει, πού είναι και σε ποια κατάσταση βρίσκεται. Άλλες φορές πάλι, τοπικιστικά «συμφέροντα» αλλοιώνουν την οποιαδήποτε πληροφορία και την καθιστούν αναξιόπιστη, αν αυτή δεν έχει εκ των προτέρων διασταυρωθεί. Τέλος, συναντήσαμε και την καθ’ όλα δικαιολογημένη δυσπιστία του κόσμου για το σκοπό των ερωτήσεων και της αναζήτησης των χαμένων γεφυριών. Δυσπιστία που οφείλεται στις μαζικές επισκέψεις των κυνηγών θησαυρών, που δυστυχώς λυμαίνονται παρόμοιους χώρους. Αυτό ίσως υπήρξε και το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η έρευνα.. Δεν υπήρξε μία περίπτωση που ο ερωτώμενος για κάποιο γεφύρι, να μην αναφέρθηκε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε «λίρες ή θησαυρούς».
Εκτός όμως από τη «δημοσιογραφική» έρευνα, μεγάλη προσπάθεια έγινε για άντληση πληροφοριών από βιβλιοθήκες και από τοπικές εκδόσεις. Κι εδώ η διαπίστωση ήταν οδυνηρή, καμία ευχάριστη έκπληξη δε μας περίμενε. Πολύ λίγα στοιχεία μπορεί κάποιος να αντλήσει από βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά τοπικού ενδιαφέροντος. Ειδικά για τα γεφύρια, λιγοστές φωτογραφίες συναντάς σε βιβλία . Επίσης, ελάχιστες αναφορές γίνονται, λες και τα κτίσματα αυτά δεν υπήρξαν ποτέ στο χώρο τους. Και τέλος, ό,τι αναφέρεται, τις περισσότερες φορές βρίσκεται χαμένο σε ένα απέραντο και αταξινόμητο χάος.
Βέβαια, αν αυτός είναι ο κανόνας, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ο συστηματικός μελετητής της Ευρυτανίας Πάνος Ι. Βασιλείου, για παράδειγμα, στα πάμπολλα βιβλία του, έχει αφήσει ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με τα γεφύρια, καθώς και μία πολύτιμη βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία που έχει δωριθεί στο Δήμο Καρπενησίου και βρίσκεται στη Βασική βιβλιοθήκη της πόλης. Εκεί, εντοπίστηκε και το πρώτο βιβλίο που ασχολείται αποκλειστικά με το πέτρινο γεφύρι, το «Λαϊκή αρχιτεκτονική - Ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια» του Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου.
Στη συνέχεια, και στα πλαίσια της αναζήτησης εξειδικευμένης βιβλιογραφίας, βρέθηκαν τα βιβλία του κ. Σπύρου Ι. Μαντά, «Τα Ηπειρώτικα γεφύρια» και «Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης» και τέλος, το βιβλίο του κ. Γιώργου Τσότσου «Μακεδονικά γεφύρια» που καλύπτουν πλήρως το θέμα, από όλες τις απόψεις.

------


Στην προσπάθεια εντοπισμού των γεφυριών, συλλογής πληροφοριών και συμβουλών συνέδραμαν αρκετοί φίλοι. Χωρίς αυτούς, η καταγραφή των γεφυριών της Ευρυτανίας θα ήταν, αν μη τι άλλο, ελλιπής. Το ελάχιστο ευχαριστώ είναι η απλή αναφορά τους:
- Οι Σωτηροπούλου Πένυ , Κατσαμάγκα Μαρίνα, Τσιπλακίδης Νίκος, Μαχαίρας Γιώργος, Δασοπόνοι, Τσέλος Ηλίας, συνταξιούχος ΟΤΕ, Καραγιαννόπουλος Θανάσης, μαθηματικός και Τριανταφύλλου Γιάννης, οδηγός Νομαρχίας. Συνοδοιπόροι και πολύτιμοι βοηθοί στην ανεύρεση γεφυριών.
- Οι Χουλιάρας Κώστας, εκπαιδευτικός , Κόγιας Τάκης, εργολάβος, Παππάς Δημήτριος, αρτοποιός, Αρβανίτης Κώστας, αγρότης, Παπαδήμα - Τάκη Έφη, τραπεζικός, Παλαιός Παναγιώτης, αγρότης, Κομπογιάννης Κώστας, ξενοδόχος, ο εκλιπών Μακρής Γιάννης, Δημόπουλος Χρήστος, έμπορος, Νασιόπουλος Νίκος, εστιάτορας, Τσεκλείστας Γιώργος, συνταξιούχος, Αντωνόπουλος Νίκος, συνταξιούχος του δημοσίου, Θεοδωρογιάννης Γεώργιος,συνταξιούχος, Κατσιάδας Γεώργιος, υπάλληλος ΤτΕ, Κώτσιας Μάρκος, συνταξιούχος, Χουσιάδας Μίμης, αυτοκινητιστής, Παπουτσόπουλος Ηλίας, πρώην δήμαρχος Φουρνάς, Παπαδογούλας Δημήτριος, συνταξιούχος και Τσέλος Ηλίας συνταξιούχος του ΟΤΕ, βοήθησαν με πληροφορίες για τον εντοπισμό θέσεων γεφυριών
- Οι Μπομποτσιάρης Ντίνος, εκπαιδευτικός, Ανδρεάκης Γιάννης, γραμματέας, Τσέλος Ηλίας, υπάλληλος ΟΤΕ, Μποκόρος Χρήστος, ζωγράφος, Παππάς Στέφανος, ιδιωτικός υπάλληλος, Οικονομίδης Γιάννης, εκπαιδευτικός και Παπαθανασίου Νίκος, υπάλληλος του δημοσίου, εντοπίσανε και προσφέρανε βιβλία και άρθρα σχετικά με το θέμα .
- Οι Τσατσαράγκος Γιώργος, εκπαιδευτικός, οι εκλιπόντες Ζαχαράκης Φάνης και Τζαβέλης Νίκος , Δουλαβέρης Μπάμπης, υδραυλικός , Σιώζος Γιάννης, αγρότης, Τσινιάς Κώστας, ξενοδόχος, Καραδημήτρης Νίκος, αγροφύλακας, Μακρής Γιώργος, συνταξιούχος και Δημητρίου Ανέστης, συνταξιούχος ΟΤΕ, προσφέρανε γνώσεις και πληροφορίες τους για τα γεφύρια και μας μεταφέρανε όσους θρύλους ξέρανε.
- Οι Τάσιος Γιώργος, φωτογράφος , Βλαχάκη Μαριλίτσα και Παπανικολάου Κώστας ζωγράφοι, βοήθησαν με γενικές πληροφορίες και πολύτιμες καλλιτεχνικές υποδείξεις.
- Η Φουρνιώτη Αγάπη, υπάλληλος ΝΕΛΕ, και Ζωή Μπαλαούρα, μαθήτρια ,
διευκόλυναν την πρόσβαση σε βιβλιοθήκες .
- Ο Πλατσιούρης Φίλιππος, αγρότης, ο Μπακούσης Θανάσης, αντιδήμαρχος
Απεραντίων και ο Παλαιός Γεράσιμος, δημοτικός σύμβουλος Προυσού, υπέδειξαν με ακρίβεια περιοχές με γεφύρια .
- Ο π. Δοσίθεος , Ηγούμενος της Ι. Μ. Τατάρνας, παρότρυνε και προσέφερε με περισσή γενναιοδωρία και χαρά πολύτιμες οδηγίες .
- Η Κεφαλά Δώρα, φιλόλογος, επιμελήθηκε τα κείμενα από την πρώτη μέχρι την τελική τους μορφή, ενώ πολύτιμες ήταν και οι συμβουλές της φιλολόγου Μαρίας Παναγιωτοπούλου.
- Τέλος πολύτιμη ήταν η βοήθεια και η συμπαράσταση των μελών της Οικολογικής ομάδας Καρπενησίου σε περιόδους ιδιαίτερα δύσκολες , αλλά περισσότερο η δημιουργική παρουσία του Ντίνου Μπομποτσιάρη που όχι μόνο στήριξε την προσπάθεια αλλά έτρεξε και ανέλαβε πρωτοβουλίες τη για την ολοκλήρωση του παρόντος εγχειρήματος .

* Οι επαγγελματικές ιδιότητες των ανωτέρω αφορούν το διάστημα συγγραφής του παρόντος.