Η κοιλάδα του ποταμού Αγραφιώτη, είναι η τρίτη κατά σειρά περιοχή της Ευρυτανίας . Τα βουνά που την οριοθετούν είναι: Ανατολικά τα βουνά που στέκονται σαν δυτικά όρια της κοιλάδας του Μέγδοβα, δυτικά το Ντελιδίμι (2.163), η Φτέρη (2.128), η Λιάκουρα (2.043), ο Καλόγηρος (1.716), η Φούρκα (1.570), η Νεραϊδοράχη (1.070) και ο Πρ. Ηλίας (765).
Μέσα στη κοιλάδα του Αγραφιώτη, βρίσκονται τα χωριά Τροβάτο, Βραγγιανά, Τρίδεντρο, Νεράϊδα, Πετράλωνα, Άγραφα, Επινιανά, Μάραθος, Μοναστηράκι, Κρέντη, Κερασοχώρι, Νεοχώρι, Παλιοχώρι και Αγ. Γεώργιος.
Ο Αγραφιώτης πηγάζει από τα βουνά Ντελιδίμι, Αφορισμένη, Νιάλα και Βουτσικάκι και αφού διανύσει απόσταση τριάντα (30) περίπου χιλιομέτρων , εκβάλλει στη λίμνη των Κρεμαστών. Πολλοί είναι οι χείμαρροι και τα μικρά ποτάμια που χύνονται σ΄ αυτόν, όπως το ρέμα της Κουστέσας, το Βραγγιανίτικο ρέμα το Ασπρόρεμα, το Σπορόρρεμα, το ρέμα της Φτέρης, το Μυρισιώτικο ρέμα, το ρέμα του Μοναστηρακίου ή Μοναστηριώτης, το Σελιώτικο ρέμα, το ρέμα Λογγούλες, το Σαραντόρεμμα, το ρέμα της Κουφαρίτας κ.ά.
Μέσα σ’ αυτό το ποτάμιο πλέγμα, προβάλλουν σαν κινηματογραφικά στιγμιότυπα τοπία μοναδικής γήινης ομορφιάς, απ’ αυτά ίσως το ομορφότερο είναι το επονομαζόμενο και «Τρύπα του Αγραφιώτη». 1
Στην περιοχή αυτή, τα γεφύρια που συναντάμε είναι: του Μανώλη, της Ανηφόρας, το Πετρογέφυρο, του Κακού, των Βραγγιανών (Μεγάλη καμάρα), τ’ Μύλ’ (του Μύλου), το Ψηλό γεφύρι, του Τρίδεντρου και τα πεσμένα στη διασταύρωση για Επινιανά, της Κωνσταντίνας, του Καρβασαρά και του Τσουμή .
--
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Η Τρύπα του Αγραφιώτη βρίσκεται ανάμεσα στα Χωριά Άγραφα και Μοναστηράκι. Είναι μία χαράδρα που σχηματίζουν τα βουνά Κόφτρα (1.508μ.) και Κέδρα (1.404μ.), με βάθος 180μ. και μήκος περίπου ένα χιλιόμετρο. Χαρακτηρίζεται από τα κάθετα πρανή, πάνω στα οποία κυλάνε νερά, τα οποία με τα άλατα που εναποθέτουν, σχηματίζουν εκτεταμένα πορώδη πετρώματα – πουρία . Στην περιοχή, έχει αναφερθεί πιθανή ύπαρξη βίδρας. Στο στενότερο σημείο της Τρύπας, η ΔΕΗ έκανε έρευνες για την κατασκευή υδροηλεκτρικού φράγματος. Ευτυχώς, όμως, δεν βρήκε τα πετρώματα αρκετά στέρεα.. Κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί «μνημείο φυσικού κάλλους».
Το παλιότερο και πιο ξακουστό γεφύρι της Ευρυτανίας. Χτίστηκε το 1659 πάνω στον Αγραφιώτη, από τον πρωτομάστορα Μανώλη και ένωνε το δρόμο από τα χωριά του Δήμου Απεραντίων και του Βάλτου, με το υπόλοιπο ανατολικό τμήμα της Ευρυτανίας .
Σήμερα, απομένει παροπλισμένο, σκεπασμένο με τα νερά της λίμνης που σχηματίστηκε μετά την κατασκευή φράγματος στη θέση Κρεμαστά, το 1963. Όμως, ακόμα και έτσι το γεφύρι παίζει τα δικά του παιχνίδια, και ανάλογα με την στάθμη των νερών, είτε βυθίζεται - εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει - είτε αποκαλύπτεται τελείως. Όλη αυτή βέβαια η αυξομείωση του όγκου των νερών, έχει επιφέρει ανεπανόρθωτες ζημιές στην λιθοδομή του. Έτσι, έχει καταρρεύσει η ανατολική του πρόσβαση και έπειτα, το τόξο έχει υποστεί μία στρέβλωση από την συνεχή πίεση που ασκεί το νερό πάνω του, όταν αυτό είναι βυθισμένο. Επίσης, φθορά έχει πάθει και η συνδετική ύλη, που έχει παρασυρθεί από τα νερά κι γι’ αυτό, η σταθερότητα του γεφυριού είναι πλέον επισφαλής. Θα ήταν ασυγχώρητα τραγικό, ένα από τα πιο παλιά και ιστορικά μνημεία της Ευρυτανίας να αφεθεί να χαθεί .
ΤΟ ΚΤΊΣΜΑ
Το γεφύρι του Μανώλη είναι μονότοξο και είχε μία ψευτοκαμάρα 2 , η οποία όμως έχει πέσει μαζί με την μία του πρόσβαση. Το τόξο είναι οξυκόρυφο, κατασκευασμένο από πελεκημένες πέτρες και όχι από σχιστόλιθους, ενώ το γέμισμα έχει γίνει με τις κροκάλες 3 του ποταμού. Σε ορισμένα σημεία, τετραγωνισμένες πέτρες σε διάταξη σεναζιού, τέμνουν την τοιχοποιία .
Η ράχη του έχει καμπύλο σχήμα και προστατεύεται από πεζούλια ύψους σαράντα (40) εκατοστών, σε όλο του το μήκος και από τις δύο μεριές. Η δυτική του πρόσβαση που σώζεται ανέπαφη, έχει δώδεκα (12) καλοδιατηρημένα σκαλιά, μέσω των οποίων ανεβαίνουμε πάνω στο καλντερίμι του που, λόγω της έντονης κλίσης, σχηματίζει αναβαθμούς σε όλο το μήκος του. Η πρόσβαση αυτή προστατεύεται με δύο πεζούλια, αρκετά ψηλά, που το πάνω μέρος τους καταλήγει σε σχήμα κοίλου τόξου. Οι απολήξεις είναι φτιαγμένες με ιδιαίτερα επιμελημένο τρόπο, ζηλευτές και αισθητικά άρτιες , με την πρώτη ματιά κερδίζουν τις εντυπώσεις απ’ όποιον ανέβει στο γεφύρι. Στο ψηλότερο σημείο του γεφυριού, πάνω στο νότιο κλειδί, είναι στερεωμένος ένα σιδερένιος γάντζος, στον οποίο κρεμάγανε παλιότερα είτε μία μικρή καμπάνα 4 είτε κάποια λάμπα θυέλλης.
Ο ΜΑΝΩΛΗΣ
Παλιότερα, όπως περιγράφουν πολλοί περιηγητές, πάνω στο γεφύρι ήταν εντοιχισμένη μία πλάκα, που έγραφε: «Εκτίσθη το 1659. Οι κτίτορες Δημήτριος και Μανώλης». 5 Από εκεί λοιπόν, πήρε το όνομά του και το γεφύρι .
Για το ποιος ήταν ο Μανώλης, έχουν γραφεί πολλά, αρκετές φορές αλληλοσυγκρουόμενα μεταξύ τους. Κατά μερικούς, ο Μανώλης ήταν ο χρηματοδότης που συνέδεσε το όνομά του με το γεφύρι, κατ’ άλλους ένας μυλωνάς ή ο χαντζής που είχε το παρακείμενο χάνι. «Ο αναφερόμενος ως πρωτομάστορας, στη Ρουμανική παράδωσι Μανώλης, ήταν Έλληνας το γένος και έζησε τον ΙΖ΄ αιώνα», διαβάζουμε αλλού. 6
Είναι λογικό, μετά την παρέλευση τόσων χρόνων και τις πάμπολλες επιρροές, που υφίστανται οι θρύλοι οι αναφερόμενοι σε πρόσωπα και γεγονότα, να υπάρχουν σήμερα τόσες αντιφατικές αναφορές για τον Μανώλη. Άλλοι πάλι, προσπερνώντας την ιδιότητά του, ασχολούνται με τον τόπο καταγωγής του, που λέγεται ότι ήταν το χωριό της Ευρυτανίας Δάφνη, και αυτό γιατί μία γειτονιά του, ακόμα και σήμερα έχει το όνομα «Μανωλέϊκα». 7
Ο ποιητής των βουνών Κώστας Κρυστάλλης (1868 – 1894), εμφανώς επηρεασμένος από τον μύθο του γεφυριού της Άρτας, έχει γράψει ένα λυρικό ποίημα για τον πρωτομάστορα Μανώλη – όπως τον αναφέρει – και την βασιλοπούλα που θυσίασε, για να στεριώσει το γεφύρι του:
«Του Αγγελόκαστρου ο βασιλιάς διαλάλησε μιά μέρα:
- Ποιός ημπορεί τη λίμνη μου να σπείρει πέρα ως πέρα
και ποιός στα σύννεφα ψηλά κοπάδια να βοσκίσει;
Στο ρέμα του Ασπροπόταμου ποιός ημπορεί να στήσει
διαμάντι, ασήμι, μάλαμα κι όλο το βιός του κόσμου
να του χαρίσω αμέτρητο.
Δεν άνοιξ’ ένα στόμα
κι ουδ’ ένας δεν εμίλησε. Ώρες περνούν ακόμα
κι από τα πλήθη ομορφονιός σαν σταυραητός πετιέται
κι έρχεται ομπρός στον βασιλιά και τέτοια απολογιέται:
- Την λίμνη σου αν δεν ημπορώ να σπείρω να θερίσω,
ούτε στα σύννεφα ψηλά κοπάδια να βοσκήσω,
όμως γεφύρι πέτρινο μπορώ να θεμελιώσω
στο ρέμα του Ασπροπόταμου στο χρόνο απάνω. Ωστόσο
Διαμάντι, ασήμι, μάλαμα κι όλο το βιός του κόσμου
δε σου γυρεύω χάρισμα . Γυναίκα αν θέλεις δός μου
την κόρη σου.
Είχε ο Βασιλιάς του γάμου του βλαστάρι
μιαν θυγατέρα μοναχή, τής χώρας του καμάρι,
κι από καιρόν ο ομορφονιός την κόρη του αγαπούσε. Κρυφά τον ονειρεύονταν κι αυτή και τον ποθούσε,
όμως δεν ήταν βολετό του θρόνου αυτή βλαστάρι
άντρα τον πρωτομάστορα των γεφυριών να πάρει.
Δίνει το λόγο ο βασιλιάς.
- Λεβέντη, τόνομά σου;
- Με λέν Μανώλη, Βασιλιά .
- Όμως καλά στοχάσου’
ο χρόνος άν παραδιαβεί και δεν το θεμελιώσεις,
με τόμορφο κεφάλι σου το τάμα θα πλερώσεις.
Αρχίζει σύνταχα η δουλιά . Σαν γίγαντοι πιθώνουν
πέτρα σε πέτρα οι μάστοροι και χτίζουν κι ασβεστώνουν.
Όμως πάρα πολύ ψηλά οι βράχοι εκεί υψωνόταν,
το ρέμα του Ασπροπόταμου ήταν πολύ βαθύ,
κι ούτε θεμέλιο μπόρειε εκεί ποτέ να στεριωθεί,
ό, τα’ έχτιζαν ολημερίς τη νύχτα εκρεμνιζόταν.
Θλίβετ’ ο νιός .
Η αγάπη του κρυφά τον συντυχαίνει.
- Χωρίς ελπίδα, αφώτιστοι, θολοί, σκοτεινιασμένοι
πέρασαν χρόνοι ολόβολοι, και τώρα που σιμώνει
να φέξει η αυγή μας η γλυκειά κι οι πίκρες μας, οι πόνοι
να σβήσουν σαν την καταχνιά , βογγάς, καλέ μου ακόμα;
- Καϋμένη, δε με κλαίς και σύ! του γάμου μας το στρώμα
τάχα σαν πού ονειρεύεσαι; Είν’ τα βουνά ψηλά,
το ρέμα του Άσπρου είναι βαθύ κι ολόγοργο κυλά
κι ούτε θεμέλιο στέριωσαν ως σήμερα οι μαστόροι .
Ό,τι τη μέρα χτίζεται χαλά τη νύχτα, κόρη,
κι αν μεσ' στο χρόνο δεν στηθεί ακέριο το γεφύρι,
πάρε μου το κεφάλι εσύ και σύρ' το εσύ του Κύρη,
να πλερωθεί το τάμα του.
Κι' έκλαιε το παλληκάρι,
έκλαιε σιμά κι η αγάπη του.
Μιά νύχτα με φεγγάρι,
τ' αστέρι του μεσονυχτιού το λαμπερό όταν σκάζει,
το πατρικό το κάστρο της η κόρη το απαριάζει
και πάει στον Ασπροπόταμο. Κάθεται μεσ’ στην άκρη
και τ' αφρισμένα του νερά τα ραίνει με το δάκρυ.
Νεράϊδες απ’ τα κύματα πηδούν χεροπιασμένες
και σταίνουν τους πλεχτούς χωρούς. Οι οχθιές καμαρωμένες
αντιλαλούνε τους αχούς.
Στ' Άγραφα ασπρογιαλίζει
η χαραυγούλα. Ο Αυγερινός, λαμπρός λαμπρός σταλάζει
στο μέτωπό της τόμορφο αχτίδες διαμαντένιες .
Τ' άλλα τ' αστέρια αχνίζουνε. Γελούνε σμαραγδένιες
γύρω οι κορφές. Οι Ξωτικές λυούν τους πλεχτούς χωρούς των
και χάνονται στα ρέματα κι οπίσω τους αχούς των
ακόμ' αντιλαλούν οι οχθιές. Απ' όλες μιά μονάχη
είδε την κόρη οπόκλαιγε και τη ρωτάει τί νάχει.
Τον μυστικό τον πόνο της η κόρη φανερώνει.
-Βασιλοπούλα, άδικα κλαίς, γεφύρι δε στεριώνει.
Ούτε θεμέλιο σταίνεται στον Ασπρο, μα τα μάτια μας,
κόρη αν δεν έρθει απάρθενη σκλάβα μεσ' στα παλάτια μας.
Είπε κι εχάθηκε κι αυτή στου ποταμού το κύμα,
το κύμα οπόγιν’ ύστερα Βασιλοπούλας μνήμα .
Εδωσε ο ήλιος: Πελεκούν οι μάστοροι και χτίζουν.
Στεριώνουν τα θεμέλια τους κι απ’ τότε δε βουλιάζουν
στο ρέμα, ουδέ ξεσέρνονται, κι απ' τότε κάθε βράδυ ,
σαν πέρναε το μεσόνυχτο κι έσφιγγε το σκοτάδι,
άκουε ο πρωτομάστορας τραγούδι, γνωριμό του
να βγαίνει απ’ τα βαθιά νερά , άκουε κι απ' τον καϋμό του
ξυπνός στην ακροποταμιά ολονυχτίς γυρνούσε.
Το μυστικό του τραγουδιού να μάθει δεν μπορούσε,
- και το γεφύρι σταίνεται κι αυτός το καμαρώνει
ώσπ' άκουσε οι Ξωθιές να λέν : '' Γεφύρι δεν στεριώνει
ούτε θεμέλιο σταίνεται στον Άσπρο, μα τα μάτια μας,
κόρη αν δεν έρθει απάρθενη σκλάβα μεσ' στα παλάτια μας,
κι ώσπου μαθεύτηκε ο χαμός της κόρης πέρα ως πέρα .
Μήνες περνούσε. Η ύστερη του χρόνου φτάνει μέρα,
κι όσο να πάρει ο ίσκιος της κι ο ήλιος της να γείρει
θεμελιωμένο επρόβαλε κι ακέραιο το γεφύρι.
Στον πυκραμένον Βασιλιά, που μέρα νύχτα κλαίει
της μοναχής του τον χαμό, έρχεται ο νιός και λέει:
- Τόστησα το γεφύρι μου ψηλό και στοιχειωμένο,
και τόμορφο κεφάλι μου δε θα το ιδείς κομμένο.
Διαμάντια, ασήμια, μάλαμα και βιό δε σου ζητούσα,
τάμα την κόρη σου ήθελα οπού την αγαπούσα.
Και τώρα που το στέριωσα θα πάω να την ευρώ.
Και πάει και ρίχνεται κι αυτός μεσ' στ' Ασπρου το νερό‘’. 8
Τον μύθο με την γυναίκα του πρωτομάστορα αναφέρει επίσης ο Στέφανος Γρανίτσας στις συχνές αναφορές του στο γεφύρι του Μανώλη:
«Κατά την θεμελίωσίν του στοιχειώνεται η γυναίκα του πρωτομάστορα δια να διασφαλισθεί του γεφυριού η στερεώτης. Και η εύμορφη πρωτομαστόρισα εξυπνά την νύκτα με την ρόκκα της, όπως ήτο όταν της επήραν τον ίσκιο και φωνάζει για τον άνδρα της». 9 Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ .
Η εντύπωση, το δέος που προκαλούσε το επιβλητικό γεφύρι του Μανώλη στον κόσμο, τροφοδότησε την λαϊκή φαντασία και έτσι πλάστηκαν θρύλοι, οι οποίοι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο, παρά να προσπαθούν να εξηγήσουν το θαυμαστό και δυσερμήνευτο, το πώς δηλαδή έγινε δυνατό να στηθεί ένα τόσο υπέροχο χτίσμα. Εκείνα τα στοιχεία, που ήταν αδύνατον να τα συλλάβει ο κοινός νους, έγιναν θρύλοι κι όσα δεν μπορούσαν να εξηγηθούν, υλικό για παραμύθι.
«Κατά την παράδοση» - διαβάζουμε - το γεφύρι «χτίσθηκε το 1659 από τον πρωτομάστορα Μανώλη, ο οποίος ξενιτεμένος στην Πόλη, είδε στον ύπνο του, πως σε κάποια σπηλιά του Αγραφιώτη υπήρχε κρυμμένος θησαυρός. Πήγε στην περιοχή εκείνη, βρήκε το θησαυρό κι έχτισε το γεφύρι ...». 10
Το πόσο λοιπόν μπορούσε να στοιχίσει το χτίσιμο ενός τέτοιου θαυμαστού γεφυριού, αλλά και το από πού μπορεί να βρέθηκαν τα χρήματα που απαιτούσε η κατασκευή του, έγιναν μύθος που από στόμα σε στόμα και με το πέρασμα του χρόνου, έφτασε να γίνει ένα ολοκληρωμένο και αυτοτελές παραμύθι με αρκετές ενδιαφέρουσες παραλλαγές:
«Ήταν κάποιος Μανώλης πεντάφτωχος. Είχε γυναίκα κι ένα παιδί. Πήγε σ’ ένα δάσος να κόψει ξύλα, να στήσει την καλύβα του. Ήταν πλάϊ το μέρος.Τα ξύλα τα κυλούσε κι έφταναν στο ποτάμι κάτω. Μια γριντιά (δοκός ξύλινη) καθώς κυλούσε, βρήκε κάτι, πιάστηκε και δεν έφτασε κεί που πήγαιναν τ’ άλλα. Ο Μανώλης κατέβηκε σιγά – σιγά το βράχο για να την ξεπιάσει. Κοιτάζει το τσαπρόλι (διχάλα) από τη γριντιά, ήταν γραδωμένο στο αρβάλι από ένα καζάνι. Ξεγράδωσε το ξύλο και πάει τον κατήφορο. Σκάβει, τι να ιδεί ! Το καζάνι ήταν γεμάτο φλωριά . Τα πήρε, πάει .
Σκέφτηκε τι καλό να κάνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Τι άλλο, παρά ένα γεφύρι, να περνάει ο κόσμος να μην πνίγεται, είπε και να συχωράει το Μανώλη. Καλεί μαστόρους και κάνει τη συμφωνία. Τόσα, τόσα. Άρχισαν να κόβουν τα θεμέλια, αλλά δίχως όρεξη για δουλειά. Έβλεπαν το Μανώλη έτσι κακομοίρη, κι έλεγαν: που θάβρει αυτός τόσα χρήματα για να πλερώσει;
Είδε πως δεν τον βασίζονταν, πάει στη καλύβα του και φέρνει ένα σακούλι φλωρί. Παίρνει ένα φτυάρι, ρίχνει από τρεις φτυαριές φλωρί στην κάθε μία άκρη απ’ το ποτάμι και μία στη μέση.
Φτάνει, φτάνει Μανώλη, είπαν οι μαστόροι. Μην πετάς άλλο φλωρί.
Έχτιζαν, έπεφτε το γεφύρι. Ο Μανώλης λεει: Μην παιδεύεσαι άδικα πρωτομάστορα . Αν δεν θεμελιώσεις τη γυναίκα σου, γεφύρι δεν στεριώνει. Σου λεν όμως, πως αν δεν το κάμεις, θα χάσεις όλα τα πάντα, και τελευταία θα πας και φυλακή που δεν θα βγεις στο λόγο σου. Μπήκε στα στενά ο πρωτομάστορας, τι να κάμει! Έστειλε έφερε τη γυναίκα του και την έχτισε στον αρμό. Ώσπου να χτιστεί αυτό το γεφύρι, χίλιες γίδες σιούτες έσφαξε ο Μανώλης και με τα κέρατα αμέτρητες». 11
Ακόμα και σήμερα, αν φτάσει η συζήτηση με κάποιον γέροντα στο όνομα του Μανώλη, θα αναφερθεί με θαυμασμό στο στοιχείο του θρύλου με τις χίλιες γίδες σιούτες, το οποίο προκαλεί και την εντονότερη εντύπωση: «Σκέψου πόσο καιρό κάνανε για να στήσουν το γιοφύρι. Αρκεί να σου πω ότι φάγανε χίλιες γίδες σιούτες, σκέψου πόσες είχανε κέρατα». 12
Στον Μανώλη έκτός από το γεφύρι αποδίδονται κι άλλα έργα, τα οποία έφτιαξε με το περίσσευμα των χρημάτων που βρήκε. Έτσι, υπάρχει η παράδοση ότι: «ο Μανώλης βρήκε το θησαυρό στη Κουφάλα (παλιά ονομασία του χωριού Δάφνη) και μ’ αυτόν έκτισε την εκκλησία των Αγράφων, στην οποία λειτούργησε η περίφημη σχολή του Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού και στην οποία δόθηκε το όνομα «Αγία Παρασκευή». 13
Άλλοι, πάλι, αναφέρουν ότι η εκκλησία που έχτισε ο Μανώλης μαζί με την γυναίκα του ήταν η Αγία Παρασκευή της Χρύσως.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ .
Το γεφύρι του Μανώλη ήταν σημείο αναφοράς τα παλιότερα χρόνια και η στρατηγική του θέση, σαν το μοναδικό πέρασμα του ποταμού Αγραφιώτη, στον δρόμο από τον Βάλτο προς το Καρπενήσι, το μετέτρεψε σε θέατρο πολλών μαχών στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και στη συνέχεια, κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821. Ο Κατσαντώνης, στις συχνές του μετακινήσεις από τα λημέρια του προς τον κάμπο του Βάλτου, πέρναγε από δω.
Στην καταδίωξη του Τουρκαλβανού Μπέη Χασάν Μπελούση, μετά την νικηφόρα
μάχη στην τοποθεσία «Πουλιού τη Βρύση» 14 , ο Κατσαντώνης πέρασε από το γεφύρι και στρίμωξε τους κυνηγημένους Τούρκους στο εκκλησάκι του Αγίου Αιμιλιανού, που βρισκόταν εκεί κοντά και ανήκε στο μοναστήρι της Τατάρνας.
Το 1807 πάλι, γινόταν στη Λευκάδα σύναξη των Κλεφτών της Ρούμελης, της Ηπείρου και του Μωριά. 15 Ο Κατσαντώνης με τον Κίτσο Μπότσαρη και τριακόσιοιυς κλέφτες ξεκίνησαν να πάνε, αλλά τη στιγμή που πέρναγαν το γεφύρι, χίλιοι τριακόσιοι αρβανίτες που τους είχαν στήσει ενέδρα, τους χτύπησαν κι εκεί, εκτός των άλλων, σκοτώθηκε και ο νονός του Κατσαντώνη, ο καπετάν Δίπλας.
Κάποια γυναίκα που έζησε την τραγωδία, η Άννα Γιώργα Σετίνη σε γράμμα της περιγράφει τη μάχη αυτή:
«διό χιλιάδες Τούρκι έπιγαν κατεπάνο τον κλεφτόν οπού εβρίσκοντε εις τα βιλαέτια. όντας ένα σόμα κλέπτες εις του μανόλι το γιοφύρι εις τα άγραφα τον αριθμόν 300 επίγαν κατεπάνο τους 1300 τούρκι. ο πόλεμος εγίνη διά πολές όρες με τα σπαθιά, και πιστόλες. Ηπέρ τους 70 τούρκους εσκότοσαν και πολότατους λαβομένους. από τους κλέπτας δέκα εθανατόθισον, τον οπίον τα κεφάλια ίφερον εις Πρέβεζα τού βεζύρι, και ανάμασα εις αυτά ίτον το κεφάλι του θαυμαστού δίπλα «.16
Αν μόνο αυτά τα περιστατικά έχουν καταγραφεί από την επίσημη ιστορία , πόσα τάχα ακόμα δεν διαδραματίστηκαν πάνω στη ράχη του θρυλικού αυτού γεφυριού, στα χρόνια του ξεσηκωμού και πόσο αίμα δε χύθηκε στις πέτρες του, τις ίδιες αυτές πέτρες που αργότερα πότισε ο ιδρώτας του στρατοκόπου και σμίλευσε το πέταλο του μουλαριού;
ΠΑΡΑΔΟΣΗ – ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ .
Αρκετοί είναι οι περιηγητές που αναφέρουν το γεφύρι του Μανώλη στα κείμενά τους. Ο συμπατριώτης μας Στέφανος Γρανίτσας γράφει: «Όλον το κάτω μέρος του τόξου του πολυμυθικού ‘’Γεφυριού του Μανώλη‘’ είναι κατάστικτον από φωληές πετροχελιδονιών. Εις το άκρον του γεφυριού υπάρχει ένα χάνι, όπου θ' ακούσετε χιλιόρρυθμον την παράδοσιν του στοιχειωμένου γεφυριού. Είχα κοιμηθή εκεί προπέρυσι, αφού επί ώρας ήκουσα την παράδοσιν της εύμορφης Πρωτομαστόρισσας, η οποία εξυπνά την νύκτα ‘’με τη ρόκκα της όπως της επήραν τον ίσκιο‘’ και φωνάζει για τον άνδρα της. Κατά τα μεσάνυχτα η ως τάφος σιωπηλή ρεμματιά εγέμισεν απο μίαν χιλιόστομον ακατάληπτον κραυγήν.
- Δεν είναι η Πρωτομαστόρισσα ... μου είπεν ο Χατζής. Είναι η αγριόγατα. Έρχεται γιά τα πετροχελίδονα ...
Ο Χατζής μου περιέγραψε ζωγραφικώτατα το πλάσμα αυτό της αγριότητος.
Μετά τας διαφόρους αυτάς διηγήσεις του Χατζή, τον συνεβούλευσα να τουφεκίζη άμα ακούη τα πετροχελίδονα να σκούζουν. Αλλ’ ο μπάρμπα - Κολιός την εποχήν εκείνη δε ήτο εις ευχαριστοτέραν θέσιν των πετροχελιδονιών. Είχε τρία κορίτσια εύμορφα και εκατόν φυγοδίκους επιμένοντας διά της κουμπούρας να γίνουν γαμβροί του». 17
Το 1838 επεσκέφθη το Μοναστήρι της Τατάρνας το πρώτο βασιλικό ζευγάρι της Ελλάδας, ο Όθωνας και η Αμαλία . Την επίσκεψη αυτή 18 , η παράδοση τη στόλισε με τα δικά της «περιπετειώδη» στοιχεία.:
«Τα χρόνια λοιπόν που η Ελλάδα έφτανε μέχρι την Άρτα, οι βασιλιάδες έκαναν περιοδεία στην ελεύθερη χώρα. Η Αμαλία περνούσε πάνω απ’ το γεφύρι του Μανώλη, καβάλα στ’ άλογό της. Στην κορυφή όμως της καμάρας, το άλογό της αφήνιασε λόγω του ύψους και της βουής του νερού από κάτω, και σηκώθηκε στα πίσω του πόδια, με άμεσο κίνδυνο να βρεθεί μαζί με τη βασίλισσα στο νερό. Τότε, κάποιος από τους έμπειρους ακολούθους της συνοδείας, έδωσε μία με ένα ξύλο στα καπούλια του αλόγου και αυτό εν ριπή οφθαλμού πέρασε καλπάζοντας στην απέναντι όχθη, σώζοντας την Αμαλία από βέβαιο πνιγμό».
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΓΕΦΥΡΙ.
Για να καταλάβει σήμερα κάποιος το μεγαλείο του γεφυριού αυτού, αλλά και το πώς έφτασε ένα τέτοιο κτίσμα να γίνει θρύλος στο στόμα του κόσμου, πρέπει να το επισκεφθεί. Αν και οι παλιές καλές μέρες, που το γεφύρι δέσποζε στην ποταμιά, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, η άμεση επαφή με το μισοβυθισμένο τόξο του μπορεί να γίνει μια αληθινά ιστορική εμπειρία..
Η πρόσβαση στο γεφύρι γίνεται σήμερα εύκολα, από το δρόμο που ξεκινάει απ’ τον συνοικισμό Φτερόλακκα και φτάνει μέχρι το γεφύρι, όπως αναφέρει και η σχετική πινακίδα στην αρχή του δρόμου. Αυτό, βέβαια, γίνεται μόνο όταν η στάθμη της λίμνης των Κρεμαστών είναι χαμηλή και τα νερά έχουν αφήσει ακάλυπτο τον δρόμο. Όλες τις άλλες περιόδους, μόνο με βάρκα μπορεί να το προσεγγίσει κανείς .
Προσεγγίζοντας το ιστορικό γεφύρι, μπαίνουμε στο αποψιλωμένο πεδίο που δημιουργούν οι τεχνητές λίμνες, όταν υποχωρούν τα νερά τους. Πλησιάζοντας, βλέπουμε πρώτα την τραυματισμένη ανατολική του πλευρά και δίπλα ακριβώς, μία τσιμεντένια βάση. Η βάση αυτή ανήκε σε μία γέφυρα 19 που στήθηκε το 1957 για να πέσει λίγες μέρες αργότερα .20
Η ανάβαση στο τόξο του γεφυριού γίνεται μόνο από την δυτική πλευρά και χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή διότι το ύψος είναι μεγάλο και προκαλεί ίλιγγο.
Η επιστροφή μπορεί να γίνει από τον ίδιο δρόμο, αλλά και από το Σαραντόρρεμα. Γυρίζοντας προς τα πίσω, βλέπουμε μπροστά μας την χαρακτηριστική εκβολή του, στον Αγραφιώτη. Εδώ, υπάρχουν τα ερείπια από ένα πεσμένο υδραύλακα και αφού τα περάσουμε μπαίνουμε μέσα στην βαθιά χαράδρα του χειμάρρου. Η ανάβασή του διαρκεί περίπου δεκαπέντε λεπτά και είναι υπέροχη μέσα από τους μικρούς καταρράκτες και τα πλατάνια .
--
2. Ψευτοκαμάρα ή ανακουφιστική οπή. Μικρά τοξοειδή ανοίγματα πάνω στον κορμό των γεφυριών, σε σημεία που τα νερά του ποταμού ασκούσαν μεγάλη πίεση. Η κατασκευή τους, ανακούφιζε το κτίσμα και έτσι αποφεύγονταν χειρότερες φθορές..
3. Κροκάλα.. Από το αρχαίο κροκάλη, δηλ. αποστρογγυλωμένο χαλίκι σε θάλασσα και ποτάμι, βότσαλο.
4. Σε πολλά γεφύρια, κρεμάγανε μικρές καμπάνες κάτω από το ψηλότερο σημείο του θόλου τους, έτσι ώστε όταν ο αέρας που φυσούσε ήταν πολύ δυνατός, οι διαβάτες να ειδοποιούνται από τους χτύπους τους και να μην περνάνε το γεφύρι, διότι ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Τέτοια καμπάνα βρίσκουμε και σήμερα στο γεφύρι της Κόνιτσας στην Ήπειρο.
5. Πάνος Βασιλείου, Δημ. Καραπιπέρης, Δημ. Λουκόπουλος κ.ά.
6. Αλεξ. Χ. Μαμμόπουλου: «Λαϊκή αρχιτεκτονική. Ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια»
7. Από το βιβλίο του κ. Σπύρου Ι . Μαντά: «Τα Ηπειρώτικα γεφύρια», Σελ . 41
8. Ομοίως, Σελ. 53
9. «Ο Στέφανος Γρανίτσας και η λαογραφία της Ευρυτανίας», Σελ. 45 – 46. Από το βιβλίο του κ. Γεωργίου Κων. Χρυσικού: «Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας», Σελ. 30
10. Περιοδικό «Κορφές» του Ορειβατικού συλλόγου Αχαρνών, Τεύχος 88
11. Δ . Λουκόπουλου: «Στ’ Άγραφα. Ένα ταξίδι», Σελ. 149
12. Από τη διήγηση του Μάρκου Κώτσια σε καφενείο της Βελαώρας την άνοιξη του 1999. Αναφέρει δε με θαυμασμό: «Σκέψου ότι σιούτα γίδα βρίσκεις σπάνια σε κοπάδι, καταλαβαίνεις λοιπόν τι φτιάξανε»!!!...
13. Σερ. Τσίτσα: «Τα Άγραφα της Πίνδου», Σελ. 55
14. Επαμεινώντα Φραγγίστα: «Βίος του Κατσαντώνη»
15. Δ .Π. Καραπιπέρη: «Ξενάγησις στην Ευρυτανία», Σελ. 18
16. Δημήτρη Σταμέλου: «Κατσαντώνης. Η αποθέωση της παλικαριάς»
17. Μάρκου Γκιόλια: «Άπαντα Στεφάνου Γρανίτσα», «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου», «Η αγριόγατα», Σελ. 200. Η πρώτη του δημοσίευση έγινε τον Σεπτέμβριο του 1912 στην εφημερίδα «Εστία».
18. Π. Ι. Βασιλείου: «Το μοναστήρι της Τατάρνας», Σελ. 59
19. Φωτογραφία της γέφυρας του 1965, δίπλα στο γεφύρι του Μανώλη, βρίσκουμε στο βιβλίο του κ Δ . Π. Καραπιπέρη: «Ξενάγησις στην Ευρυτανία», Σελ 19
20. Η γέφυρα ήταν τσιμεντένια και κατασκευάστηκε το 1965( Λάθος αναφορά. Τα εγκαίνια έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 1957). Λίγες όμως μέρες μετά τα εγκαίνιά της από τον τότε νομάρχη, δεν άντεξε φαίνεται την σύγκρισή της με ένα θρύλο κι έπεσε, αφήνοντας μόνο τις δύο της βάσεις, για να τις βλέπουμε και να ενθυμούμαστε, ότι ένα «επίτευγμα» του σύγχρονου πολιτισμού κατέρρευσε παρασύροντας μαζί του το κύρος μελετητών και κατασκευαστών, που τόλμησαν να ορθώσουν τα ακαλαίσθητα και χοντροκομμένα τσιμέντα τους, δίπλα στο αέρινο τόξο του παλιού τεχνίτη. Ας έχουν υπόψη τους και αυτά οι υπεύθυνοι των τεχνικών έργων όταν εκμεταλλευόμενοι την μορφολογία του εδάφους , βέβηλα πλησιάζουν και καμιά φορά καλύπτουν έργα απαράμιλλης αισθητικής και κατασκευές με ιστορία . Τα παραδείγματα με αυτού του είδους είναι πάμπολλα. Το πιο εξόφθαλμο ίσως είναι η νέα γέφυρα στα Διπόταμα πάνω στο δρόμο Καρπενησίου – Προυσού η οποία με τον τρόπο κατασκευής της έκρυψε τελείως από την κοινή θέα το παλιό γεφύρι του Μπαλτά.
Στην εφημερίδα Παναιτωλική (15/11/1957 Α.φύλλου 4) διαβάζουμε απόσπασμα του λόγου που εκφώνησε ο Νομάρχης Ευρυτανίας Γ.Μαρκόπουλος - πατέρας του μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου - τα εξής :''... αι δύο γέφυραι ανήκουν εις δύο κόσμους και δύο εποχάς και παρέχουν το μέτρον της συγκρίσεως της προόδου...''. Δεν μπορούσε βέβαια να προβλέψει πως εντός ολίγου χρόνου θα είχε διαψευσθεί οικτρά.
Το γεφύρι του μύλου είναι χτισμένο πάνω στο Μοναστηριώτικο ρέμα και βρίσκεται δίπλα σε έναν από τους νερόμυλους του χωριού Μοναστηράκι Αγράφων, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Είναι μία μονότοξη μικρή καμάρα με επίπεδη ράχη που προστατεύεται με δύο πέτρινα κράσπεδα και από τις δύο της πλευρές ύψους είκοσι εκατοστών και που εξυπηρετούσε παλιότερα την μετάβαση από το χωριό προς τους συνοικισμούς Άγιο Νικόλαο, Αγραπιδιά και Κεφαλόβρυσο.
Σήμερα, δεν χρησιμοποιείται πλέον αλλά στέκει δίπλα στον δρόμο και στον παλιό μισογκρεμισμένο μύλο, μέσα στις πέτρες που έριξαν πάνω του οι μπουλντόζες, στην διάρκεια των εργασιών για την διάνοιξη του νέου δρόμου.
Το πότε χτίστηκε δεν είναι γνωστό, σώζεται όμως μία μαρτυρία ότι το κατασκεύασαν Τζουμερκιώτες μαστόροι και μάλιστα ότι στις εργασίες έλαβε μέρος και ο κάτοικος του χωριού Στέλιος Γ. Σαγρής. 21 Δίπλα στο γεφύρι και στο νερόμυλο, υπήρχαν οι νεροτριβές και τα μαντάνια του Βασιλείου Κων. Τόλη, τα ερείπιά τους τα συναντάμε ακόμα και σήμερα. 22 Η επίσκεψη στο γεφύρι του μύλου είναι εύκολη, αρκεί από το Μοναστηράκι να ακολουθήσουμε τον νέο δρόμο που κατεβαίνει προς την ρεματιά . Αφήνοντας πίσω τα τελευταία σπίτια του χωριού και δίπλα στο δρόμο, θα δούμε το γεφύρι.
--
21. Γεωργίου Κων. Χρυσικού: «Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας», Σελ. 94
22. Ομοίως, Σελ. 79
Το γεφύρι αυτό στέκεται μισό χιλιόμετρο περίπου μετά το γεφύρι του Μύλου, χτισμένο πάνω από ένα βαθύ ρέμα, που πηγάζει από τα βουνά Φούρκα (1.570 μ.) και Γραβάνι (1.485 μ.) και χύνεται στον Μοναστηριώτη. Παλαιότερα, εξυπηρετούσε τη διάβαση από το Μαναστηράκι προς τους διάσπαρτους απομακρυσμένους συνοικισμούς του χωριού, όπως τον Άγιο Νικόλαο, την Αγραπιδιά και το Σίχνικο και στη συνέχεια, την Παλαιοκατούνα. Σήμερα, από πάνω του περνάει αμαξιτός δρόμος, κι αυτός οδηγεί πια στα ίδια χωριά .
Το γεφύρι αυτό είναι μονότοξο, με επίπεδη ράχη αλλά καλυμμένο με τσιμέντο, όπως είναι άλλωστε όλα σχεδόν τα γεφύρια που χρησιμοποιούνται πλέον από τα αυτοκίνητα. Έτσι, δεν γνωρίζουμε την παλιά του μορφή, όπως επίσης δε θα μάθουμε ποτέ αν είχε ακράδες. Η θεμελίωσή του έχει γίνει στα πρανή των βράχων της χαράδρας και δεν έχει καθόλου «πόδια».
Το πότε ακριβώς χτίστηκε δεν είναι σίγουρο, αν και πολλοί κάτοικοι του χωριού ισχυρίζονται με ιδιαίτερη περηφάνια ότι κατασκευάστηκε πριν τετρακόσια χρόνια! 23 Πέρα όμως από τις ιστορίες της λαϊκής μυθολογίας, γνωρίζουμε ότι: «στην μεγάλη κατεβασιά που έγινε πριν από 120 και πλέον χρόνια» - λογικά γύρω στο 1850 – «καταστράφηκε η πέτρινη καμαρωτή γέφυρα στο ποτάμι Μοναστηριώτης στην τοποθεσία Τσούμη. Άντεξε όμως στη φοβερή εκείνη κατεβασιά το Ψηλό γεφύρι – λόγω του μεγάλου του ύψους – καίτοι τα πλημμυρισμένα νερά του παραπόταμου πέρασαν πάνω απ’ το γεφύρι». 24 Δεν μπορεί λοιπόν παρά η περίοδος της κατασκευής του να αναζητηθεί πριν την χρονολογία αυτή .
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο γεφύρι, είναι το μεγάλο βάθος της χαράδρας πάνω από την οποία το στήσανε οι κατασκευαστές του. Το ρέμα κυλάει με ορμή ανάμεσα στα βράχια και η βουή του λες και έχει βαλθεί να νικήσει τον θόρυβο του αέρα καθώς περνάει μέσα από τα κλαδιά των πλατάνων που καλύπτουν τα πλαϊνά του. Σκιές, τριγμοί, απροσδιόριστοι θόρυβοι και δυνατός αέρας μπλέκονται σ’ ένα σκοτεινό μαγικό σύνολο, που άνετα τροφοδοτεί το φόβο και το δέος .
Μέσα σ’ αυτό το χώρο, δικαιολογείται το γιατί ξύπνησε για τα καλά η φαντασία των κατοίκων της περιοχής τα παλιότερα χρόνια που «έβλεπαν» τη χαράδρα και το γεφύρι σα «στοιχειωμένα» κι γι’ αυτό, σπάνια περνούσαν νύχτα από εκεί. «Πολλοί διηγούνται, ότι στην απλωσιά του γεφυριού, οι νεράιδες στήνουν τη νύχτα χορό και ότι περπατάει γύρω του μια μαύρη γάτα. Ο Δημήτρης Χρυσικός διηγείται ότι πριν πολλά χρόνια που γύριζε στο χωριό από τον συνοικισμό Αγραπιδιά, μόλις πέρασε το γεφύρι πετάχτηκε η μαύρη γάτα από τα κοτρόνια και τον ακολούθησε μέχρι το νεράκι στα Σανιδάκια κι ύστερα με ταχύτητα η γάτα έπεσε στη χαράδρα του ποταμού με ένα δυνατό κρότο. Την μαύρη γάτα του γεφυριού την είδαν και πολλοί άλλοι χωριανοί, όπως λένε ακόμα και σήμερα». 25 Όταν ο τρόμος κυριεύει τον άνθρωπο και νικάει κατά κράτος τη λογική, όχι μόνο μαύρες γάτες βλέπει αλλά και στοιχειά και στρατούς από δαίμονες. Εκεί πλέον, η κάθε σκιά αποκτά υπερφυσικές διαστάσεις, παίρνει ζωή και κίνηση και ο κάθε θόρυβος γίνεται μια ύπουλη απειλή.
«Ο Φώτης Ανατζούτζουλας ήταν ένας τσέλιγκας σκληρός, αλλά όταν πέρναγε μια φορά απ’ το Ψηλό γεφύρι, άκουσε μια βραχνή φωνή να φωνάζη τρεις φορές τ’ όνομά του. «Φώτη – Φώτη – Φώτη !!!». Γυρίζει να δει ποιος του φωνάζει, μα δεν βλέπει κανέναν. Πριν όμως προφτάση να κάνη δύο – τρεις αδρασκελιές πέφτει μπροστά στα πόδια του ένα αντικείμενο στρογγυλό μήκους περίπου μισού μέτρου, μαύρο, τριχωτό, με πόδια κοντά, με μάτια μεγάλα και γυαλιστερά, με ουρά μακριά και φουντωτή και με στόμα σαν βατράχου. Δεν φοβήθηκε καθόλου ... και τραβάει το πιστόλι του και ρίχνει επάνω σ’ αυτό το μαύρο σαν πίσσα αντικείμενο τρεις πιστολιές. Τότε εκείνο βγάζει μια δυνατή κραυγή, τινάχτηκε στον αέρα, κάνει μια πύρινη καμπυλωτή γραμμή και πέφτει κάτω στη μεγάλη χαράδρα του ποταμού δίπλα στο Ψηλό γεφύρι, από εκεί που ξεκίνησε δημιουργώντας ένα τρομακτικό κρότο που αντιλάλησε σε όλες τις γύρω από το γεφύρι πλαγιές». 26 Στα μέρη αυτά, ένα στραβό κλαδί εύκολα παίρνει, στη φαντασία του λαού, το σχήμα απειλητικού χεριού ενός επίβουλου δαίμονα, η κουφάλα ενός πλατάνου μεταμορφώνεται σε άντρο υποχθόνιων πλασμάτων και οι σπηλιές γεμίζουν από φαρμακερά ερπετά με άρρητα ονόματα και σατανικές ιδιότητες.
«Λίγο πιο πάνω, βόρεια από το γεφύρι, υπάρχει μια σπηλιά που τη βλέπουμε από την απέναντι πλαγιά. Τη σπηλιά αυτή την έκαμε κυψέλη ένα μελίσσι που έγινε στοιχειωμένο . Η παράδοση του χωριού λεει ότι όταν οι μαστόροι απ’ τα Τζουμέρκα έχτιζαν το Ψηλό γεφύρι, είδαν τα μέλια στη σπηλιά και θέλησαν να τα τρυγήσουν. Έφτιασαν μια μεγάλη σκάλα από κέδρο, και προσπάθησαν να ανέβουν, αλλά δεν το κατόρθωσαν. Έτσι ανέβηκαν στο σύρραχο του βράχου και πέταξαν τριχιές. Έδεσαν τον πρωτομάστορα και τον κατέβασαν στη σπηλιά κι άρχισε αυτός να παίρνει τις φέτες του μελιού και με καζάνια δεμένα να το κατεβάζει κάτω, οπότε ακούει μια φωνή να λέει: «Φτάνει πια». Νομίζοντας πως φωνάζουν οι δικοί του συνέχισε, αλλά εκείνη τη στιγμή είδε δίπλα του ένα φίδι και με το μαχαίρι που τρυγούσε έδωσε μια και το έκοψε στα δύο. Δεν ήταν όμως φίδι, αλλά η τριχιά που ήταν δεμένος ο πρωτομάστορας του γεφυριού. Έτσι γκρεμίσθηκε κάτω και σκοτώθηκε. Από τότε στην περιοχή ακούγονται τα βράδυα φωνές, κλάματα και αναστεναγμοί . Μάλιστα λένε ότι ο μακαρίτης Χρήστος Νικ. Κάππας ανεβαίνοντας να πάει σπίτι του, όταν πέρναγε από το γεφύρι, άκουε βογγητά. Κι ένας άλλος κάτοικος του συνοικισμού Κότλιανης μια νύχτα με φεγγάρι είδε τον πρωτομάστορα να τρυγάει το αγριομελίσσι και κοντοστάθηκε λίγο να δει. Σε μια στιγμή τον βλέπει να πέφτει και να σκοτώνεται βγάζοντας μια δυνατή κραυγή. Τότε νεράιδες άναψαν μια πελώρια φωτιά και άρχισαν να χορεύουν γύρω τη . Σαν είδαν όμως οι νεράιδες τον άνθρωπο έτρεξαν όλες μαζί κοντά του και η πρωτονεράιδα τον άρπαξε στην αγκαλιά της και χάθηκαν». 27 Η τοποθεσία που έπεσε ο πρωτομάστορας του γεφυριού λέγεται ακόμα και σήμερα «Μελίσσι». 28 --
23. Ομοίως, Σελ. 79
24. Ομοίως, Σελ. 29. Την χρονολογία μεταφέρει ο κ. Χρυσικός που εξέδωσε το βιβλίο του το 1986 . Άρα, υποθέτουμε ότι το 1850 περίπου το Ψηλό γεφύρι υπήρχε.
25. Ομοίως, Σελ. 79
26. Ομοίως, Σελ . 97
27. Ομοίως, Σελ. 81
28. Τον ίδιο μύθο αναφέρει κι ο Στέφανος Γρανίτσας στο βιβλίο «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου», «Τ’ αγριομελίσσι» και τον τοποθετεί στην περιοχή του ποταμού Πλατανιά, παραπόταμου του Αχελώου. Ο κ. Γ. Χρυσικός πάντως βεβαιώνει ότι το «περιστατικό» αυτό συνέβη στο χωριό του.